Γράφουν για εμάς! «Ορθοδοξία»

Η βιοτεχνία «ΧΙΤΩΝ »και το e-shop του Χιτώνα e-amfia.gr παρουσιάζει ετοιμοπαράδοτα ιερατικά άμφια ελληνικής ραφής σε πολλή μεγάλη ποικιλία υφασμάτων και μεγεθών. Για όλες τις βαθμίδες της ιεροσύνης και Ζωστικά. Η επιλογή είναι αποκλειστικά δική σας! Ευχαριστούμε την «Ορθοδοξία» που μας ενέταξε στον οδηγό εκκλησιαστικής τέχνης ως κορυφαίο προορισμό επιλογής των Ιερατικών αμφίων.

Επισκεφθείτε μας στο www. e-amfia.gr

Θαύματα Αγίου Δημητρίου. Το μύ­ρο του Α­γί­ου

Κά­ποι­ος α­σκη­τής που κα­τοι­κού­σε στο ο­ρος Χο­λο­μων­τα, ο­ταν ά­κου­σε πως ο Α­γιος α­να­βλύ­ζει μύ­ρο ά­φθο­νο α­πό τον τά­φο, δεν το πί­στευ­ε και συλλογιζόταν, πως στο μέ­ρος ε­κεί­νο υ­πάρ­χουν και άλ­λοι Α­γιοι οι ό­ποι­οι υ­πέ­μει­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρα μαρ­τύ­ρια για το ό­νο­μα του Χρι­στού, ό­μως δεν ά­νέ­βλυ­σαν μύ­ρο, και αυ­τός για ποι­ο μαρ­τύ­ριο δο­ξά­σθη­κε τό­σο α­πό τον Θε­ό; Ο Θε­ός ό­μως, θέ­λη­σε να τον βε­βαι­ώ­σει, ο­τι η μυ­ρο­βλυ­σί­α εί­ναι α­λή­θεια.

Μια νύ­χτα, α­φου τε­λεί­ω­σε ο α­σκη­τής την α­κο­λου­θί­α του, έ­πε­σε να κοι­μη­θεί και εί­δε ό­τι βρέ­θη­κε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, μέ­σα στην Εκ­κλη­σί­α του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου, και ε­κεί μπρο­στά του βλέ­πει τον άν­θρω­πο ο ό­ποι­ος κρα­τού­σε τα κλει­διά του τά­φου του Α­γί­ου, προς τον ό­ποι­ο ει­πε: Α­νοι­ξε μου να προ­σκυ­νή­σω. Του ά­νοι­ξε και μπή­κε μέ­σα στο κου­βού­κλιο να προ­σκυ­νή­σει, ο­πό­τε εί­δε ό­τι ό­λος ο τά­φος ή­ταν βρεγ­μέ­νος α­πό μύ­ρο και εύ­ω­δί­α­ζε και εί­πε προς τον φύ­λα­κα του τά­φου:— Σε πα­ρα­κα­λώ, έ­λα να σκά­ψου­με έ­δω να δού­με ά­πό που έρ­χε­ται το μύ­ρο. Του φά­νη­κε ό­τι έ­φε­ραν τα ερ­γα­λεί­α και άρ­χι­σαν να σκά­βουν και βρή­καν έ­να με­γά­λο μάρ­μα­ρο, το ό­ποι­ο σή­κω­σαν με πο­λύ κό­πο και α­μέ­σως φά­νη­κε το σώ­μα του Α­γί­ου φω­τει­νό, α­πό το ό­ποι­ο α­νέ­βλυ­ζε μύ­ρο ά­φθο­νο που χυ­νό­ταν α­πό τις τρύ­πες, τις ό­ποι­ες ά­νοι­ξαν στο σώ­μα του Μάρ­τυ­ρος οι λόγ­χες των δη­μί­ων. Ο α­σκη­τής α­πό τον τρό­μο του, φο­βού­με­νος να μη πνι­γεί, φώ­να­ξε δυ­να­τά:— Α­γι­ε Δη­μή­τρι­ε, βο­ή­θα με. Με­τά τη φω­νή αυ­τή συ­νήλ­θε και εί­δε, ό­τι ή­ταν βρεγ­μέ­νος α­πό μύ­ρο και αυ­τός και τα εν­δύ­μα­τα του. Α­μέ­σως ο α­σκη­τής ήλ­θε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, κη­ρύτ­τοντας το θαύ­μα του Α­γί­ου και δό­ξα­σε τον Θε­ό. Έμεινε στο Να­ό αρ­κε­τές ή­με­ρες και κα­τό­πιν ε­πέ­στρε­ψε στο α­σκη­τή­ριό του, λέ­γον­τας: Μέ­γας, α­λη­θώς, εί­ναι ο Α­γιος Δη­μή­τριος.

Η λέ­πρα του Μα­ρια­νού

Στην Αυ­λώ­να ή­ταν κά­ποι­ος άρ­χον­τας, ο Μα­ρια­νός. Αυ­τός λοι­πόν αρ­ρώ­στη­σε βα­ριά, ώ­στε κιν­δύ­νευ­ε α­πό ώ­ρα σε ώ­ρα να πε­θά­νει. Πολ­λοί για­τροί τον επισκέ­φθη­καν, αλ­λά κα­νείς δεν μπό­ρε­σε να τον θε­ρα­πεύ­σει· έ­πα­σχε α­πό λέ­πρα και α­νέ­δι­δε δυ­σω­δί­α. Κά­ποι­α νύ­χτα του φα­νε­ρώ­θη­κε ο Α­γιος Δη­μή­τριος και του εί­πε: Άν­θρω­πε, για­τί βα­σα­νί­ζε­σαι έ­τσι και ξο­δεύ­εις χρή­μα­τα μά­ται­α; Έ­σύ αλ­λι­ώς δεν μπο­ρείς να θε­ρα­πευ­θείς, μό­νον έ­λα στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και πέ­σε μπρο­στά στον τά­φο μου με πί­στη και τό­τε θα δεις την δύ­να­μη του Θε­ου. Πή­γε λοι­πόν ο άρ­χον­τας Μα­ρια­νός στον τά­φο του Α­γί­ου και την νύ­κτα βλέ­πει πά­λι τον Ά­γιο και του φά­νη­κε σαν να πή­ρε λά­δι ά­πό την καν­δή­λα του και τον έ­χρι­σε, κι α­μέ­σως με το χρί­σμα ε­κεί­νο θε­ρα­πεύ­θη­κε

Η θε­ρα­πεί­α του Λε­ον­τί­ου

Με­τά το θά­να­το του βα­σι­λέ­ως Μα­ξι­μια­νού α­νήλ­θε στο θρό­νο ο Μέ­γας Κων­σταν­τί­νος. Ο Κων­σταν­τί­νος δι­ό­ρι­σε κά­ποι­ο στρα­τη­γό στη Με­γά­λη Βλα­χί­α, που ο­νο­μα­ζό­ταν Λε­όν­τιος. Αυ­τός αρ­ρώ­στη­σε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη τό­σο βα­ριά, ώ­στε προ­τι­μού­σε να πε­θά­νει πα­ρά να ζει. Κα­νέ­νας ια­τρός δεν μπο­ρού­σε να τον θε­ρα­πεύ­σει. Ο­ταν έ­μα­θε ό­μως, ό­τι ο τό­πος στον ό­ποι­ο βρι­σκό­ταν το λεί­ψα­νο του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου κά­νει θαύ­μα­τα, πη­γε βα­στα­ζό­με­νος στον τά­φο του Α­γί­ου, κι α­μέ­σως, γι­α­τρεύ­θη­κε. Με­τά από αυ­τό ξό­δε­ψε αρ­κε­τά χρή­μα­τα και έ­κτι­σε Να­ό στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, του Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Δη­μη­τρί­ου. Στη συ­νέ­χεια, ό­ταν πή­γε στην Με­γά­λη Βλα­χί­α, θέ­λη­σε να λά­βει μέ­ρος ά­πό το λεί­ψα­νο του Α­γί­ου και να κτί­σει και ε­κει Να­ό. Ο Α­γιος Δη­μή­τριος πα­ρου­σι­ά­στη­κε στον ύ­πνο του και του εί­πε: Να μη με δι­α­χω­ρί­σεις αλ­λά να με α­φή­σεις α­κέ­ραι­ο στην πα­τρί­δα μου. Τό­τε δεν τόλ­μη­σε να πει­ρά­ξει το λεί­ψα­νο και πή­ρε μό­νο χώ­μα ά­πό τον τά­φο. Βρή­κε ε­πί­σης το μαν­τή­λι και το δα­χτυ­λί­δι του Α­γί­ου τα ό­ποι­α πή­ρε και έ­θε­σε σ έ­να κι­βώ­τιο. Ο­ταν έ­φθα­σε στον Δού­να­βη, τον βρή­κε πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο και δεν μπο­ρού­σε να πε­ρά­σει, ο­πό­τε α­να­ρω­τι­ό­ταν τι να πρά­ξει. Τη νύ­χτα λοι­πόν πα­ρου­σι­ά­σθη­κε ο Α­γιος και του ει­πε: Μη λυ­πά­σαι, Λε­όν­τι­ε, αύ­ριο να πά­ρεις το κου­τί το ό­ποι­ο πε­ρι­έ­χει το δα­κτυ­λί­δι και το μαν­δή­λι μου, να το κρα­τάς στα χέ­ρια σου και να πε­ρά­σεις τον πο­τα­μό ά­φο­βα. Το ί­διο να κά­νουν και οι άλ­λοι, τους ο­ποί­ους έ­χεις μα­ζί σου και θα έλ­θε­τε με τη βο­ή­θεια του Θε­ού α­βλα­βείς. Το πρω­ί έ­κα­νε ό­τι πρό­στα­ξε ο Α­γιος και, ά­φου πή­γε στην ε­παρ­χί­α του, έ­κτι­σε ε­κει και άλ­λο Να­ό στο ό­νο­μα του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου.

Τα λεί­ψα­να του Α­γί­ου και ο Ι­ου­στι­νια­νός

Ο μέ­γας βα­σι­λιάς Ι­ου­στι­νια­νός εί­χε α­νε­γεί­ρει τον Να­ό της Α­γί­ας Σο­φί­ας στην Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, και ή­θε­λε να έ­χει το λεί­ψα­νο του Α­γί­ου μα­ζί με τα άλ­λα που υ­πήρ­χαν ε­κει. Ε­στει­λε αν­θρώ­πους εμ­πι­στο­σύ­νης του στην Θεσ­σα­λο­νί­κη, για να σκά­ψουν τον τά­φο, μέ­χρι να βρουν το σώ­μα του Α­γί­ου, να κό­ψουν έ­να μέ­ρος και να το φέ­ρουν στην Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Ε­φθα­σαν οι βα­σι­λι­κοί άν­θρω­ποι με δώ­ρα του βα­σι­λιά προς τον Α­γιο α­πο­φα­σι­σμέ­νοι για την πα­ρα­λα­βή του Α­γί­ου λει­ψά­νου.Οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς α­πάν­τη­σαν:— Έ­μεις δεν τολ­μου­με να κά­νου­με κά­τι τέ­τοι­ο. Λλλα, αν τολ­μά­τε ε­σείς, έ­δώ εί­ναι ο τά­φος. Αρ­χι­σαν να σκά­βουν τον τά­φο, ό­ταν δε έ­φθα­σαν κον­τά στη λάρ­να­κα, α­μέ­σως, ω του θαύ­μα­τος!, φω­τιά με­γά­λη ε­ξήλ­θε α­πό ε­κεί και κιν­δύ­νευ­σαν να κα­ούν και α­κού­σθη­κε φω­νή που έ­λε­γε:— Πε­ρισ­σό­τε­ρο μη σκά­ψε­τε. Μό­λις εί­δαν το θαυ­μα οι βα­σι­λι­κοί άν­θρω­ποι, έ­πε­σαν με τα πρό­σω­πα κα­τά γης και πα­ρα­κα­λου­σαν τον Α­γιο να μην κα­ουν. Υ­στε­ρα ά­πό αρ­κε­τή ώ­ρα ση­κώ­θη­καν και ά­φου πή­ραν μό­νο χώ­μα ά­πό τον τά­φο του Α­γί­ου, το έ­φε­ραν στο βα­σι­λιά και δι­η­γή­θη­καν το πα­ρά­δο­ξο θαυ­μα.

Η πεί­να της πό­λης και ο πλοί­αρ­χος

Ο­λα τα μέ­ρη μα­στί­ζον­ταν α­πό την πεί­να, ι­δί­ως δε η Θεσ­σα­λο­νί­κη κιν­δύ­νευ­ε να α­φα­νι­σθεί. Ο Μέ­γας Δη­μή­τριος δεν ά­φη­σε την πό­λη να α­φα­νι­σθεί. Κά­ποι­ος πλοί­αρ­χος, ο ό­ποι­ος εμ­πο­ρευ­ό­ταν σι­τά­ρι, φόρ­τω­σε ε­κεί­νο τον και­ρό το πλοί­ο του για να το με­τα­φέ­ρει στην Ευ­ρώ­πη. Τη νύ­κτα λοι­πόν φά­νη­κε ο Α­γιος Δη­μή­τριος στον ύ­πνο του και του εί­πε:— Το σι­τά­ρι αυ­τό που υ­πο­λο­γί­ζεις να το πας; Ο πλοί­αρ­χος ά­πε­κρί­θη:— Στην Ευ­ρώ­πη σκο­πεύ­ω να το πά­ω, αν το θέ­λει ο Θε­ός. Ο Α­γιος του εί­πε:— Α­κου­σε με, να το φέ­ρεις στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και να το που­λή­σεις ο­πως θέ­λεις, δι­ό­τι υ­πάρ­χει πολ­λή πεί­να και α­κρί­βεια. Και πά­ρε α­μέ­σως τρί­α φλου­ριά και φέ­ρε το φορ­τί­ο ε­κεί για να λά­βεις το υ­πό­λοι­πο της α­ξί­ας του. Το πρω­ί ξύ­πνη­σε ο πλοί­αρ­χος και ει­δε στα χέ­ρια του τρί­α φλου­ριά. Ει­πε προς τους άλ­λους ναύ­τες: Α­πό­ψε εί­δα στον ύ­πνο μου έ­ναν νέ­ο στρα­τι­ώ­τη, ο ό­ποι­ος εί­πε να πά­με το σι­τά­ρι στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Και να! Μου έ­δω­σε και τρί­α φλου­ριά σαν εγ­γύ­η­ση. Θέ­λε­τε να το πά­με ε­κεί; Δι­ό­τι μου ει­πε πως υ­πάρ­χει με­γά­λη πεί­να στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και πως θα κερ­δί­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα απ ο,τι στην Ευ­ρώ­πη. Στην Ευ­ρώ­πη πη­γαί­νουν και άλ­λα πλο­ϊ­α, έ­νω προς τη Θεσ­σα­λο­νί­κη μό­νο έ­μεις. Οι ναύ­τες προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­καν να με­τα­φέ­ρουν το σι­τά­ρι στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, αλ­λά ο δι­ά­βο­λος, θέ­λων να πα­ρεμ­πο­δί­σει την κα­λο­σύ­νη τον Α­γί­ου, ή­γει­ρε τρι­κυ­μί­α, ώ­στε το πλοί­ο κιν­δύ­νευ­σε δύ­ο φο­ρές να βυ­θι­στεί.Ο­μως ο Μέ­γας Δη­μή­τριος, ό­σες φο­ρές κα­τα­λαμ­βά­νον­ταν α­πό την τρι­κυ­μί­α, εμ­φα­νι­ζό­ταν μπρο­στά τους και τους έ­δι­νε θάρ­ρος και φαι­νό­ταν ό­φθαλ­μο­φα­νως στο πέ­λα­γος και τους έ­δεί­κνυ­ε το δρό­μο. Ε­τσι, με τη βο­ή­θεια του Θε­ου έ­φθα­σαν στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Μό­λις ά­κου­σαν οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς ό­τι ήλ­θε πλοί­ο με σι­τά­ρι, δό­ξα­σαν τον Θε­ό και πή­γαν στο λι­μά­νι, ό­που που­λή­θη­κε το σι­τά­ρι, ό­πως ή­θε­λε ο Θε­ός και ο πλοί­αρ­χος. Ο­ταν ο πλοί­αρ­χος δι­η­γή­θη­κε το ό­ρα­μα, οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς γνώ­ρι­σαν πως ή­ταν ο Μέ­γας Δη­μή­τριος, που δι­α­φύ­λα­ξε την πό­λη του.

Ο τυ­φλός της Κων­σταν­τι­νού­πο­λης

Ε­νας άν­θρω­πος α­πό την Θεσ­σα­λο­νί­κη πη­γε στην Κων­στάν­τι­νού­πο­λη και έ­κει έ­πε­σε σε με­γά­λη α­σθέ­νεια, τυ­φλώ­θη­κε και περ­πα­τού­σε μέ­σα στην πό­λη σκον­τά­φτον­τας α­πό τό­πο σε τό­πο και γυ­ρεύ­ον­τας γι­α­τρεί­α. Θυ­μή­θη­κε τον με­γα­λο­μάρ­τυ­ρα Δη­μή­τριο, και δεν έ­παυ­ε να πα­ρα­κα­λεί τον ά­γιο νύ­κτα και ή­μέ­ρα, και έ­λε­γε: Μα­κα­ρί να ή­μουν στην πα­τρί­δα μου την Θεσ­σα­λο­νί­κη, να πα­ρα­κα­λέ­σω τον α­γιο και ή­θε­λα ί­α­τρευ­θή. Τη νυ­κτα φαί­νε­ται στον υ­πνο του ο Α­γιος και λέ­γει: Για­τί ει­σαι, άν­θρω­πε, ό­λι­γό­πι­στος, και νο­μί­ζεις, ό­τι μό­νο στην πα­τρί­δα μου φθά­νω σ’ ό­ποι­ον με ε­πι­κα­λε­σθεί; Ο­χι, αλ­λά και έ­κει και παν­τού φθά­νω κα­λού­με­νος. Σή­κω και σύ­ρε στην εκ­κλη­σί­α της Θε­ο­τό­κου στον τό­πο που ο­νο­μά­ζε­ται Οι­κο­νο­μει­ο, και έ­κει θα με βρεις, και θα σου φα­νε­ρω­θω, και α­μέ­σως θα δεις το φως. Ξύ­πνη­σε ο άν­θρω­πος ε­κεί­νος, και ρω­τών­τας βρί­σκει την έκ­κλη­σία της Πα­να­γί­ας Θε­ο­τό­κου και ρω­τα που εί­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νος ο Α­γιος Δη­μή­τριος, και του λέ­νε. Έ­δω ει­ναι η α­γί­α του ει­κό­να. Πέ­φτει λοι­πόν μπρο­στά στην α­γί­α ει­κό­να ο τυ­φλός με πολ­λά δά­κρυ­α έ­βρε­χε το σώ­μα του και τη γη κι έ­λε­γε:– Δεν θα στα­μα­τή­σω, ά­γι­ε του Θε­ού, να κυ­λι­ε­μαι μπρο­στά στην α­γί­α σου ει­κό­να, έ­ως ο­του γι­α­τρεύ­σεις τα μά­τια μου, για να δω τη θεί­α σου μορ­φή και ευ­πρέ­πεια.Νύ­χτα ή­ταν και φαί­νε­ται ο μάρ­τυς στον άν­θρω­πο ε­κεί­νο τον τυ­φλό, και πιά­νει με τα δά­κτυ­λα του τα μα­τια τυ­φλού και τα α­νοί­γει ή­συ­χα. Ο Α­γιος Δη­μή­τριος λει­τούρ­γη­σε ως για­τρός και έ­σφι­ξε τα μά­τια του τυ­φλού πο­λύ δυ­να­τά και πό­νε­σαν τό­σο που ο α­σθε­νής ξύ­πνη­σε α­πο τον ύ­πνο του έν­τρο­μος. Σή­κω­σε τα μά­τια του στην εί­κό­να του α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου, και εί­πε:– Σε βλέ­πω μάρ­τυ­ρα του Χρί­στου, βλέ­πω την θαυ­μα­στή και γλυ­κεια ει­κό­να σου και σε ευ­χα­ρι­στώ, με­γα­λο­μάρ­τυς Δη­μή­τρι­ε, δι­ό­τι ε­λευ­θέ­ρω­σες τα μά­τια μου α­πό τα δά­κρυ­α και τα πό­δια μου α­πό τα σκον­τά­μα­τα. Και ε­τσι γι­α­τρεύ­θη­κε α­πό τον ά­γιο ο άν­θρω­πος ε­κεί­νος. Ο­ταν τον εί­δαν ό­λοι οι άλ­λοι θαύ­μα­σαν.Ο τυ­φλός της Α­δρι­α­νού­πο­ληςΕ­νας άν­θρω­πος α­πό την Ά­δρι­α­νού­πο­λη τυ­φλώ­θη­κε και έ­βα­λε στο νου του, να πά­ει στη Θεσ­σα­λο­νί­κη στον να­ό του α­γί­ου με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Δη­μη­τρί­ου να γι­α­τρευ­θεί. Και ε­τοι­μά­σθη­κε να κι­νή­σει, αλ­λά οι συγ­γε­νείς του τον εμ­πό­δι­ζαν λέ­γον­τάς του:– Που θέ­λεις να πας άν­θρω­πε, που δεν μπο­ρείς να περ­πα­τή­σεις τό­σο δρό­μο πε­ζός, ε­νω μά­λι­στα εί­σαι και τυ­φλός! Κά­τσε στο σπί­τι σου και πα­ρα­κά­λε­σε τον Θε­ό και τον ά­γιο και θα σε ε­λε­ή­σουν κι ε­σέ­να, δι­ό­τι η ο δρό­μος εί­ναι πο­λύς και ε­πι­κίν­δυ­νος.Ε­κεί­νος ό­μως κί­νη­σε στο δρό­μο σκον­τά­φτον­τας και χά­νον­τάς τον, και με πο­λύ κό­πο, ό­σο μπο­ρού­σε, πή­γαι­νε. Αύ­τον τον τα­λαί­πω­ρο βλέ­πον­τας ά­πό μα­κριά τους κό­πους και την προ­θυ­μί­α του ο με­γα­λο­μάρ­τυς Δη­μή­τριος έρ­χε­ται κα­βαλ­λά­ρης και συ­να­παν­τα τον τυ­φλό­νε­κεί­νον άν­θρω­πο, και του λέ­ει, σαν να μην ή­ξε­ρε:— Που πη­γαί­νεις έ­τσι μο­να­χός, άν­θρω­πε, τυ­φλός και τα­λαί­πω­ρος;Και ε­κεί­νος εί­πε:— Πη­γαί­νω στον τά­φο του α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου να α­να­βλέ­ψω Λέ­γει ο ά­γιος:Δεν μπορείς να πας δι­ο­τι ο δρό­μος ει­ναι μα­κρυ­νός και δύ­σκο­λος.Κι ε­κεί­νος εί­πε πά­λι, ο­πως εί­πε και στους συγ­γε­νείς του:— Έ­άν και δύ­ο χρό­νια παι­δευ­τω περ­πα­τών­τας, δεν θα στα­μα­τή­σω, έ­ως ο­του πά­ω ε­κεί. Λέ­ει ο ά­γιος— Ε­πει­δή έ­χεις τό­ση προ­θυ­μί­α να πας, έ­λα κα­βαλ­λί­κευ­σε έ­δω πί­σω μου πά­νω στο ά­λο­γο να σε με­τα­φέ­ρω καμ­πό­σο τό­πο να α­να­παυ­θείς. Κα­βαλ­λί­κευ­σε λοι­πόν, και τον πη­γε ε­κεί­νη την η­μέ­ρα στη Θεσ­σα­λο­νί­κη μέ­σα στην έκ­κλη­σία. Ο τυ­φλός, μη γνω­ρί­ζον­τας το θαυ­μα και τον τό­πο που βρι­σκό­ταν στε­κό­ταν συλ­λο­γι­σμέ­νος. Και του φαι­νό­ταν, ό­τι τον γέ­λα­σε ο άν­θρω­πος ε­κεί­νος και τον έ­φε­ρε πά­λι στο πα­ζά­ρι της Ά­δρι­α­νου­πό­λε­ως, και άρ­χι­σε να κα­τη­γο­ρεί ε­κεί­νο ό­που τον ά­νέ­βα­σε στο ά­λο­γό του λέ­γον­τας:— Τι εί­χε με έ­με­να ο άν­θρω­πος ε­κεί­νος και δεν ά­φη­σε να σκον­τά­φτω στο δρό­μο μου; Με ­γέ­λα­σε. Άλ­λοί­μο­νο σε με­να τον τυ­φλό και τα­λαί­πω­ρο.Και με­ρι­κοί που τον ά­κου­αν του ει­πάν:— Ω άν­θρω­πε, ε­σύ εί­σαι στη Θεσ­σα­λο­νί­κη μέ­σα στην έκ­κλη­σία του α­γί­ου με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Δη­μη­τρί­ου, και φαν­τά­ζε­σαι ό­τι ει­σαι μέ­σα στο πα­ζά­ρι της Ά­δρι­α­νου­πό­λε­ως;Και ο τα­λαί­πω­ρος ο­πως ά­κου­σε αυ­τά τα λό­για, έ­ξε­πλά­γη και έ­μει­νε ά­φω­νος για πολ­λές ώ­ρες. Κα­τό­πιν τού­του φαί­νε­ται λοι­πόν ο με­γα­λο­μάρ­τυς Δη­μή­τριος, προς αυ­τόν στο όνειρό του τη νύ­χτα έ­κεί­νη, και του λέ­ει:— Ω, άν­θρω­πε, μη πιά­νεις μό­νον με τα χέ­ρια σου αυ­τη την έκ­κλη­σία μου και κα­τα­λα­βαί­νεις την εύ­πρέ­πειά της, άλ­λα δες την με τα μά­τια σου. Και ά­νοι­ξαν τα μά­τια του, και εί­δε την θέ­ση και την εύ­πρέ­πειά του να­ου, και δό­ξα­σε τον Θε­ό και τον με­γα­λο­μάρ­τυ­ρα Δη­μή­τριο.

Ο κα­στρο­φύ­λα­κας και η πη­γή

Προς το ά­να­το­λι­κό μέ­ρος του κά­στρου της Θεσ­σα­λο­νί­κης ή­ταν ο τό­πος πο­λύ ό­μορ­φος, και εί­χε λι­βά­δια κα­λά, και μί­α βρύ­ση νε­ρου με νε­ρό γλυ­κό και ψυ­χρό. Και ε­πει­δή ο τό­πος ε­κεί­νος ή­ταν πο­λύ χα­ρι­τω­μέ­νος, με τα κα­λά που έ­χει, πα­ρα­κι­νή­θη­κε έ­νας άρ­χον­τας Χρι­στια­νός και έ­κα­νε ε­κεί μί­α εκ­κλη­σία στο ό­νο­μα του α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου. Λοι­πόν, Κά­ποι­ο και­ρό ήλ­θε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη έ­νας άρ­χον­τας, α­πε­σταλ­μέ­νος α­πό τον βα­σι­λέ­α της Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, για να έ­ξου­σιά­ζει το κά­στρο, ο ο­ποι­ος ή­ταν δί­και­ος, ε­λε­ή­μων και συμ­πα­θής και σω­φρο­νέ­στα­τος. Ό­μως έ­πε­σε σε α­σθέ­νεια με­γά­λη και έ­γι­νε πα­ρά­λυ­τος, τό­σο που σά­πη­σαν οι σάρ­κες του και εί­χε πό­νους με­γά­λους και κα­θε η­μέ­ρα καρ­τε­ρού­σε να πε­θά­νει. Και μί­α νύ­χτα λοι­πόν φαί­νε­ται σ’ αυ­τόν ο ά­γιος Δη­μή­τριος και του λέ­ει:Σύ­ρε στην έκ­κλη­σία μου που εί­ναι έ­ξω α­πό το κά­στρο και ο­νο­μά­ζε­ται Πη­γή, και πα­ρε νε­ρό, νί­ψε τα χε­ρια και τα πό­δια και ό­λο σου το κορ­μί, και θα γί­νεις α­μέ­σως κα­λά. Έ­γώ που σου μι­λώ εί­μαι ο Δη­μή­τριος, που φυ­λά­ω το κά­στρο αυ­τό. Ξύ­πνη­σε λοι­πόν ο πα­ρα­λε­λυ­μέ­νος ε­κεί­νος άρ­χοντας, πη­ρε απ ε­κεί­νο το νε­ρό, και πλύ­θη­κε ο­λό­κλη­ρος στο ό­νο­μα του α­γί­ου, και α­μέ­σως έ­γι­νε ό­λος υ­γι­ής, και ση­κώ­θη­κε και πη­γε στο κά­στρο, κη­ρύτ­τον­τας και με­γα­λύ­νον­τας το θαύ­μα της ι­ά­σε­ως που του έ­γι­νε.

Ο πα­λιός να­ός στο α­λώ­νι

Στα μέ­ρη της Καπ­πα­δο­κί­ας σ’ έ­να χω­ριο που ο­νο­μα­ζό­ταν Δρα­κον­τί­α­να ή­ταν έ­νας γε­ωρ­γός, και κα­θά­ρι­ζε το χω­ρά­φι του να κά­μη ά­λώ­νι. Και ε­κεί βρη­κε σ’ έ­να τό­πο πέ­τρες πολ­λές, και βγά­ζον­τάς τις βρη­κε θε­μέ­λια πα­λιά και φά­νη­κε έ­νας νέ­ος ω­ραι­ό­τα­τος κα­βαλ­λά­ρης ως στρα­τι­ώ­της, και του λέ­ει:— Ω άν­θρω­πε, για­τί χα­λάς το σπί­τι μου να το κά­νεις ά­λώ­νι; Έ­γώ εί­μαι ο Δη­μή­τριος α­πό την Θεσ­σα­λο­νί­κη, που με τι­μούν έ­δω. Δι­ό­τι ε­κεί στην Καπ­πα­δο­κί­α τι­μού­σαν πο­λύ τον ά­γιο Δη­μή­τριο. Η­ταν πα­λαι­ά θε­μέ­λια ά­σβε­στω­μέ­να και κα­τά­λα­βαν πως ή­ταν κά­πο­τε ε­κεί εκ­κλη­σί­α του με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Δη­μη­τρί­ου. Και τό­τε έ­κα­ναν μί­α έκ­κλη­σία ο­μορ­φη και θαυ­μα­στή, και ι­στό­ρη­σαν σε μί­α ει­κό­να τον σταυ­ρό και τον ά­γιο, λέ­γον­τας: Επει­δή με το μαρ­τύ­ριο ο ά­γιος συ­νε­σταυ­ρώ­θη τω Χρι­στώ και γι’ αυ­το εί­ναι μα­ζί ι­στο­ρη­μέ­νος σε μί­α ει­κό­να. Και απ αυ­τό ο­νό­μα­σαν την εκ­κλη­σί­α ε­κεί­νη του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου του Σταυ­ρι­κού. Και πολ­λά θαύ­μα­τα γί­νον­ταν κα­θε μέ­ρα στην έκ­κλη­σία ε­κεί­νη α­πό τη χά­ρη του α­γί­ου.

Ο ά­γιος Δη­μή­τριος και Α­χί­λει­ος πριν την ά­λω­ση

Τον και­ρό κα­τά τον ό­ποι­ο έ­μελ­λε να κυ­ρι­ευ­θεί η Θεσ­σα­λο­νί­κη α­πό τους Ά­γα­ρη­νούς, πο­ρευ­ό­με­νοι κά­ποι­οι ευ­λα­βείς χρι­στια­νοί προς τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, για την ε­ορ­τή του Α­γί­ου, έ­φθα­σαν στη βα­σι­λι­κή ο­δό, η ο­ποί­α εί­ναι στο Βαρ­δά­ρι.­ Εκεί, εί­δαν ό­φθαλ­μο­φα­νως κά­ποι­ο στρα­τι­ώ­τη, ο ο­ποι­ος ερ­χό­ταν α­πό τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, και άλ­λον Αρ­χι­ε­ρέ­α, ο ό­ποι­ος ερ­χό­ταν α­πό το δρό­μο της Λά­ρι­σας. Ό­ταν συ­ναν­τή­θη­καν, ο στρα­τι­ώ­της ά­πε­τά­θη προς τον Αρ­χι­ε­ρέ­α και εί­πε:— Χαί­ρε, Άρ­χι­ε­ρεύ του Θε­ού Α­χίλ­λει­ε.Εί­πε και ο Άρ­χι­ε­ρεύς:— Χαί­ρε και συ, στρα­τι­ώ­τα του Χρι­στού Δη­μή­τρι­ε. Μό­λις ά­κου­σαν οι χρι­στια­νοί αυ­τά τα ο­νό­μα­τα, στα­μά­τη­σαν φο­βι­σμέ­νοι ε­κεί κον­τά για να δουν το τέ­λος. Λέ­γει, πά­λι ο στρα­τι­ώ­της:— Ά­πό που έρ­χε­σαι, Άρ­χι­ε­ρεύ του Θε­ού Α­χίλ­λει­ε, και που πη­γαί­νεις;. Τότε δά­κρυ­σε ο Α­γιος Α­χίλ­λει­ος και εί­πε προς αυ­τόν:— Για τις α­μαρ­τί­ες και τις α­νο­μί­ες του κό­σμου πρό­στα­ξε ο Θε­ός να ε­ξέλ­θω ά­πό τη Λά­ρι­σα την ο­ποί­α φυ­λάτ­τω, δι­ό­τι θα πα­ρα­δο­θεί στα χέ­ρια των Α­γα­ρη­νων. Και ιδού εξ­ήλ­θα και πηγαίνω οπού με προστάξει. Και εσύ λοι­πόν ά­πό που έρ­χε­σαι; Πες μου σε πα­ρα­κα­λώ!.Τό­τε δά­κρυ­σε ο Α­γιος Δη­μή­τριος και του λέ­ει:— Και ε­γώ το ί­διο έ­πα­θα, Άρ­χι­ε­ρεύ Α­χίλ­λει­ε. Πολ­λές φο­ρές βο­ή­θη­σα τους Θεσ­σα­λο­νι­κείς και τους λύ­τρω­σα ά­πό αιχ­μα­λω­σί­ες και ά­πό θα­να­τι­κό καί ά­πό α­σθέ­νεια. Πλην τώ­ρα, ά­πό τις πολ­λές τους α­μαρ­τί­ες και α­νο­μί­ες α­πο­μα­κρύν­θη­κε ο Θε­ός απ αυ­τούς και με πρό­στα­ξε να τους α­φή­σω να πα­ρα­δο­θούν στα χέ­ρια των Ά­γα­ρη­νων. Γι’ αυ­τό υ­πά­κου­σα στην προ­στα­γή Του και ε­ξήλ­θα και πη­γαί­νω ο­που με προ­στά­ζει.Αυ­τά εί­παν και οι δύ­ο έ­σκυ­ψαν τα κε­φά­λια τους κά­τω στη γη και έ­κλα­ψαν. Ε­πει­τα ά­πό πολ­λή ώ­ρα φι­λή­θη­καν και α­πο­χαι­ρε­τί­σθη­καν και α­μέ­σως έ­γι­ναν ά­φαν­τοι. Αυ­τό το θαύ­μα εί­δαν οι Χρι­στια­νοί και δεν τόλ­μη­σαν να πά­νε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, άλ­λα γύ­ρι­σαν πί­σω, δι­η­γού­με­νοι το ό­ρα­μα. Δεν πέ­ρα­σε μή­νας και η Θεσ­σα­λο­νί­κη κυ­ρι­εύ­θη­κε και λε­η­λα­τή­θη­κε ά­πό τους Τούρ­κους, ό­πως και η Λά­ρι­σα.

Οι Σα­ρα­κη­νοί στα τεί­χη

Τα θαύ­μα­τα του Α­γί­ου συ­νε­κέν­τρω­ναν πλή­θος κό­σμου κατ έ­τος ά­πό τα πε­ρί­χω­ρα και ά­πό τις άλ­λες πό­λεις και τε­λού­σαν την πα­νή­γυ­ρη του Α­γί­ου στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, κα­τά στις 26 Ό­κτω­βρίου. Οι Σα­ρα­κη­νοί ό­ταν έ­μα­θαν ό­τι οι χρι­στια­νοί πα­νη­γυ­ρί­ζουν αυ­τή την η­μέ­ρα και εί­ναι α­μέ­ρι­μνοι, σκέφθηκαν να έλθουν κρυφά το απόγευμα της έορ­της, και τη νύκτα να κυριεύσουν την πόλη. Ήλθαν λοιπόν και αγκυροβόλησαν τη νύ­κτα έ­ξω ά­πό το τεί­χος, θέ­λον­τας άλ­λους να σκο­τώ­σουν, κι άλ­λους να αιχ­μα­λω­τί­σουν. Ά­φού τε­λεί­ω­σε ο εσπερινός του Α­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Νέ­στο­ρος και πή­γαν οι άν­θρω­ποι να η­συ­χά­σουν στις οι­κί­ες τους, πή­ρε φω­τιά το κου­βού­κλιο το ό­ποι­ο ή­ταν στον τά­φο του Α­γί­ου. Μό­λις εί­δαν οι άν­θρω­ποι ό­τι η Εκ­κλη­σί­α τους πα­ρα­δό­θη­κε στις φλό­γες, έ­τρε­ξαν να σβή­σουν τη φω­τιά, κά­ποι­οι άλ­λοι έ­παιρ­ναν ά­πό το α­σή­μι και το χρυ­σά­φι που έ­λει­ω­νε. Ο­ταν εί­δε ο φύ­λα­κας της Εκ­κλη­σί­ας, ο­τι όρ­μη­σαν οι άν­θρω­ποι να πά­ρουν το α­σή­μι, που ή­ταν στον τάφο του Α­γί­ου, χω­ρίς να γνω­ρί­ζει τί­πο­τα για τους Σα­ρα­κη­νούς, και θέ­λον­τας να τους σκορ­πί­σει α­πό την Εκ­κλη­σί­α, με νευ­ση βε­βαί­ως του Α­γί­ου, ο ό­ποι­ος τον κα­τηύ­θυ­νε ά­ο­ρά­τως, φώ­να­ξε δυ­να­τά:— Θεσ­σαλ­λο­νι­κεις, τρέξ­τε στα τεί­χη, δι­ό­τι ήλθαν ε­χθροί να σας κυ­ρι­εύ­σουν. Οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς, μό­λις ά­κου­σαν τους λό­για αυ­τά, ε­πει­δή φο­βό­ταν την αιχ­μα­λω­σί­α, έ­τρε­ξαν να δουν αν πραγ­μα­τι­κά υ­πήρ­χαν ε­χθροί, οι ό­ποι­οι μό­λις εί­χαν αρ­χί­σει να βά­ζουν σκά­λες στα τεί­χη για να ει­σέλ­θουν στο φρού­ριο. Ο­ταν εί­δαν το αιφ­νί­διο κα­κό που συ­νέ­βη σ αυ­τούς, πάν­τες έ­πι­κα­λούν­το τον Α­γιο. Ον­τως ο Α­γιος, έ­τοι­μος βο­η­θός και προ­στά­της, α­μέ­σως εμ­φα­νί­στη­κε στα τεί­χη και μό­νος του φό­νευ­σε πολ­λούς Σα­ρα­κη­νούς. Οι υ­πό­λοι­ποι ε­χθροί, ό­ταν εί­δαν το θαυ­μα, ο­πι­σθο­χώ­ρη­σαν, δι­η­γού­με­νοι την συμ­φο­ρά τους.

Η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση 26 Ο­κτω­βρί­ου 1912

Τέ­λη του μη­νός Ό­κτω­βρίου του 1912. Η νέ­α Ελ­λά­δα, με­γα­λούρ­γη­σε και ύ­ψώ­θη­κε στην παγ­κό­σμια συ­νεί­δη­ση, α­πο­πλύ­νον­τας την ήτ­τα του 1897 και ά­να­δει­χθει­σα με­γά­λη, κρα­ται­ά, θαυ­μα­τουρ­γη και ι­σχυ­ρη. Ο ή­ρω­ας Βό­τσης μα­ζί με τα γεν­ναί­α του παλ­λη­κά­ρια του υπ α­ριθ. 11 τορ­πιλ­λο­βό­λου πλοί­ου, κα­τόρ­θω­σαν να συν­τρί­ψουν την τε­λευ­ταί­α ελ­πί­δα την ο­ποί­α στή­ρι­ζαν οι Τούρ­κοι της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ο ευ­γε­νής και ευ­σε­βής Υ­δραί­ος, ο Νι­κό­λα­ος Βό­τσης, έ­χει α­ναρ­τή­σει την ει­κό­να της Θε­ο­μή­το­ρος, του Α­γί­ου Νι­κο­λά­ου και του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου. Κά­λε­σε έ­να ι­ε­ρέ­α στο Έ­λευ­θε­ρο­χώ­ρι και τέ­λε­σε μέ­σα στο πλοί­ο τον α­για­σμό. Ό­ταν τε­λεί­ω­σε η μυ­στι­κή ε­κεί­νη ι­ε­ρο­τε­λε­στί­α, ό­λοι οι ναύ­τες αι­σθά­νον­ταν στα στή­θη τους την θεία ί­σχύ. Το τορ­πιλ­λο­βό­λο δι­ηυ­θυ­νό­ταν τώ­ρα ή­ρε­μα προς τον ώ­ραι­ο κόλ­πο, και προ­στα­τευ­ό­ταν ά­πό τη θεί­α δύ­να­μη.Κι ενώ οι τουρ­κι­κοί προ­βο­λείς α­πό το α­κρω­τή­ριο Κα­ραμ­πουρ­νού της Κα­λα­μα­ριάς, φώ­τι­ζαν ό­λη τη θά­λασ­σα ά­πλε­τα και α­να­ζη­του­σαν το έλ­λη­νι­κό τορ­πιλ­λο­βό­λο, ε­κεί­νο ά­θέ­α­το μέ­σα α­πό το φως, δι­ο­λί­σθη­σε έ­ξω α­πό τον κόλ­πο.Ε­ξέ­λι­πε λοι­πόν και ο κίν­δυ­νος α­πό τη θά­λασ­σα, ο ό­ποι­ος ε­νέ­πνε­ε ζω­η­ρες α­νη­συ­χί­ες στους Ελ­λη­νες της Θεσ­σα­λο­νί­κης, που φο­βό­ταν κα­νο­νι­ο­βο­λι­σμό της πό­λε­ως τους, την στιγ­μή κα­τά την ο­ποί­α ο ελ­λη­νι­κός στρα­τός της ξη­ράς θα προ­έ­λαυ­νε για να κα­τα­λά­βει την πό­λη.Στον στρα­τάρ­χη του ελ­λη­νι­κού στρα­τού, Δι­ά­δο­χο Κων­σταν­τί­νο, ο Τα­ξίν πά­σας αρ­χη­γός του τούρ­κι­κου στρα­τού ε­στει­λε α­πε­σταλ­μέ­νους για να τον βο­λι­δο­σκο­πή­σουν κα­τά πό­σον ή­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος να δε­χθει την πα­ρά­δο­ση της πό­λε­ως με τον ό­ρο ο­λοι οι Τούρ­κοι στρα­τι­ω­τες που βρί­σκον­ταν σ’ αυ­τήν να ά­φε­θουν ε­λεύ­θε­ροι. Α­κο­λού­θως υ­πο­γρά­φηκε στις 26 Ο­κτω­βρί­ου, η πα­ρά­δο­ση της πό­λε­ως η ο­ποί­α συ­νέ­βη ό­ταν πα­νη­γύ­ρι­ζε η πό­λη των Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων την έ­πέ­τει­ο του πο­λι­ού­χου και προ­στά­του της πό­λε­ως των Α­γί­ου Δη­μητρί­ου του Μυ­ρο­βλύ­του.Κι ενώ οι χρι­στια­νοί κά­τοι­κοι της πό­λε­ως δι­έ­τρε­χαν με ί­α­χες τους δρό­μους πα­νη­γυ­ρί­ζον­τας με έ­ξαλ­λο έν­θου­σιασ-μο την έ­λευ­θε­ρία, οι Τούρ­κοι και οι Ε­βραί­οι κά­τοι­κοι έ­κλει­ναν τα κα­τα­στή­μα­τά τους, και χω­ρίς ελ­πί­δα και κα-τσου­φι­α­σμέ­νοι α­πε­σύ­ρον­ταν στα σπί­τια τους.Και ό­ταν οι Ελ­λη­νες α­ξι­ω­μα­τι­κοί κα­τέ­λα­βαν το δι­οι­κη­τή­ριο, και α­πό τον ύ­ψη­λό κον­τά­ρι του κα­τέ­βαι­νε η η­μι­σέ­λη­νος και υ­ψω­νό­ταν υ­πε­ρή­φα­νος η γα­λα­νό­λευ­κη ση­μαί­α του Σταύ­ρου, τό­τε ο­λό­κλη­ρη η πό­λις δο­νή­θη­κε απ ά­κρη σ’ ά­κρη.Οι ο­μο­βρον­τί­ες των Ελ­λη­νι­κών ό­πλων χαι­ρέ­τι­σαν τους πρώ­τους κυ­μα­τι­σμούς της Ελ­λη­νι­κής ση­μαί­ας, και η πνο­ή της ε­λευ­θε­ρί­ας δι­α­χυν­τό­αν στην ω­ραί­α πό­λη.Μέ­σα στην α­να­στά­τω­ση, η ο­ποί­α ε­πι­κρα­τού­σε τό­τε, έ­νας εύ­στα­λής λο­χί­ας των ευ­ζώ­νων ει­χε μί­α α­ξι­ο­ζή­λευ­τη έμ­πνευ­ση. Θε­ο­σε­βής πο­λύ, έ­ζή­λω­σε τη δό­ξαν της προ­τε­ραι­ό­τη­τος σε ε­να πο­λύ ση­μαν­τι­κό γε­γο­νός. Γνω­ρί­ζων φαί­νε­ται α­πό την πα­ρά­δο­ση τα θρυλ­λού­με­να πε­ρί του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου, πα­ρα­κα­λού­σε τον Θε­ό να εύ­δο­κή­ση ό­πως το τάγ­μα του εί­σέλ­θει πρώ­το στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και το εύ­φρό­συ­νο γε­γο­νός να συ­νε­τε­λε­σθεί κα­τά την έ­πέ­τει­ο του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου του πο­λι­ού­χου της πό­λε­ως.Βλέ­ποντας ο ευ­σε­βής εύ­ζω­νας τον πό­θο του να εκ­πλη­ρώ­νε­ται έ­τρε­ξε να εκ­πλή­ρω­σει ε­κεί­νο το ό­ποι­ο έ­τρε­φε ως ό­νει­ρο στην ψυ­χή του. Κα­τά την στιγ­μή που οι άλ­λοι συ­νά­δελ­φοι του πα­ρα­λη­ρού­σαν σαν με­θυ­σμέ­νοι α­πό το κλί­μα που δη­μι­ούρ­γη­σε ο εν­θου­σια­σμός των κα­τοί­κων, ε­κεί­νος κρυ­φά έ­φυ­γε α­πό τη Μο­νά­δα του και τρέ­χει να βρει το να­ό του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου. Σε λί­γο τα κλει­διά του να­ού ήρ­θαν στα χέ­ρια του και οι βα­ρει­ές θύ­ρες α­νοι­γαν και ά­φη­σαν ε­λεύ­θε­ρη την ει­σο­δο στον πρώ­το αν­τι­πρό­σω­πο του χρι­στι­α­νι­κού ελ­λη­νι­κού έ­θνους.Κά­τω α­πό τα χει­ρο­κρο­τή­μα­τα και τις ε­πευ­φη­μί­ες και τις ζη­τω­κραυ­γες των πα­ρι­στα­μέ­νων Ελ­λή­νων, ο ευ­σε­βής και γεν­ναί­ος λο­χί­ας ει­σερ­χό­ταν με ά­κρα κα­τα­νύ­ξη στον πε­ρι­καλ­λη να­ό που ε­πί πεν­τα­κό­σια έ­τη πε­ρί­με­νε την ί­ε­ρα στιγ­μή κα­τά την ο­ποί­α ο ί­ε­ρός χώ­ρος του θα αι­σθα­νό­ταν το πρώ­το ελ­λη­νι­κό πό­δι να βα­δί­ζει μέ­σα σ’ αυ­τόν. Οι κο­λώ­νες του να­ού έ­τρι­ξαν και οι τριγ­μοί των ε­κεί­νοι ή­σαν οι πρώ­τοι χαι­ρε­τι­σμοί, με τους ο­ποί­ους ύ­πο­δε­χό­ταν τον πρώ­το Έλ­λη­να στρα­τι­ώ­τη. Γο­νυ­πετης ο ευ­σε­βής λο­χί­ας, τρέ­μον­τας α­πό ι­ε­ρή συγ­κί­νη­ση, ψέλ­λι­σε την πρώ­τη δέ­η­ση, έ­κει που πριν λί­γο α­κου­γό­ταν η φω­νή του Χό­τζα που ι­κέ­τευ­ε τον Προ­φή­τη. Και ό­ταν τε­λεί­ω­σε την προ­σευ­χή του, ο ευ­γε­νής αυ­τός στρα­τι­ώ­της της πα­τρί­δος και εί­δε ο­τι ο πό­θο του εκ­πλη­ρώ­θη­κε, βγή­κε α­πό τον να­ό και έ­τρε­ξε μέ­σα στις ε­πευ­φη­μί­ας των Ελ­λή­νων να ε­πα­νέλ­θει στο τάγ­μα του.

Από το βιβλίο: Άγιος Δημήτριος Πολιούχος Θεσσαλονίκης,σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαγκαδά κ. Ιωάννη

Ο «ασφαλής» δρόμος προς ποιοτικά Ιερατικά Αμφια.

Τα Ιερατικά άμφια και η κατασκευή τους αποτελεί τέχνη μοναδική και η μοναδικότητα της έγκειται αφενός στον τρόπο ραφής τους, αφετέρου στην αισθητική και την λειτουργικότητα των αμφίων κατά την τέλεση των Ιερών Μυστηρίων από τους Ιερείς μας.

Στις μέρες μας όλοι όσοι υπηρετούμε την Ορθόδοξη παράδοση στον τομέα κατασκευής ιερατικών αμφίων και των παρελκόμενων τους στον Ελλαδικό χώρο αντιμετωπίζουμε τεράστιες προκλήσεις καθώς ο αθέμιτος ανταγωνισμός και οι πρόχειρες “φτηνές” λύσεις που καθίστανται στην πράξη ακριβές στην παραγωγή Ιερατικών αμφίων από βαλκανικές ομόδοξες χώρες αποτελεί τροχοπέδη για την ποιοτικότερη εξέλιξη της τέχνης κατασκευής ιερατικών αμφίων.

Η οικονομική κρίση οδηγεί πολλούς από τους Ιερείς μας να αναζητήσουν οικονομικότερες λύσεις καθώς η οικονομική κρίση έχει πλήξει τους πάντες και οι αγαπητοί ιερείς μας ως σημαντικό, ισότιμο και πολύτιμο κομμάτι της κοινωνίας μας πλήττονται εξίσου.

Η εταιρεία μας με έδρα την Θεσσαλονίκη (Χιτών) και το υποκατάστημα μας στην Αθήνα συνεχίζει να δραστηριοποιείται στο χώρο της κατασκευής Ιερατικών αμφίων και να εξελίσσεται καθώς δραστηριοποιείται αρκετά χρόνια στο χώρο αυτό. Παράλληλα Ένας «συντηρητικός» κλάδος προσαρμόζεται στις ανάγκες της εποχής και αποκαλύπτεται στο ευρύ κοινό, παρέχοντας ακόμα και τα εκκλησιαστικά είδη στο διαδίκτυο, μέσω του e-shop www.e-amfia.gr συμβάλλοντας ευρέως στη διάδοση της Ελληνικής Ορθόδοξη παράδοσης στο χώρο της Ιερατικής ενδυμασίας με σεβασμό στους λειτουργικούς κανόνες της Εκκλησίας μας.

Σε κάθε περίπτωση η μεταλαμπάδευση της τέχνης κατασκευής Ιερατικών Αμφίων από τους Βυζαντινούς χρόνους στον Ελλαδικό χώρο όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, αποτελεί το σημαντικότερο εχέγγυο ποιότητας και αρτιότητας. Ο “ασφαλής δρόμος προς ποιοτικά Ελληνικά άμφια και ιερατικά ενδύματα τα οποία βασίζονται σε αυστηρές προδιαγραφές ποιότητας και υλικών, οδηγεί σε λειτουργικά άμφια που αντέχουν στο χρόνο και αντανακλούν την ιστορική συνέχεια της Ορθόδοξης παράδοσης μας.

Σας καλούμε να βαδίσουμε μαζί αυτόν τον ασφαλή δρόμο υπηρέτησης της Ορθόδοξης παράδοσης μας στο χώρο κατασκευής των Ιερατικών αμφίων από Ελληνικά χέρια, διασφαλίζοντας την αναλλοίωτη ιστορικά μετάβαση της στις επόμενες γενιές.

Με εκτίμηση,

H Ομάδα e-amfia.gr/Χιτών

Επιτάφιοι & συμβολισμοί

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι μέρα της σιωπής και του θρήνου και οι θρησκευτικές εκδηλώσεις κορυφώνουν το Θείο Δράμα κατανυκτικά με διαφορετικές παραδόσεις από τόπο σε τόπο. Το ξύλινο κουβούκλιο του Επιταφίου δίνει μια μεγαλοπρέπεια στην όλη πένθιμη τελετή του Θεανθρώπου Χριστού. Η περιφορά των Επιταφίων ποικίλει από τόπο σε τόπο, ανάλογα την παράδοση και τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες της περιοχής. Η κατανυκτική μυσταγωγία της περιφοράς του Επιταφίου θέλει κάθε χρόνο την ετοιμασία της.

Η διακόσμηση των ξυλόγλυπτων αυτών κουβουκλίων είναι ένα όμορφο κεφάλαιο στη λαογραφία του κάθε τόπου και όχι μόνο, θα λέγαμε καλύτερα της κάθε ενορίας, που αμιλλάται την άλλη για το πιο ωραίο στόλισμα. Μάλιστα η σύγκριση γίνεται τη στιγμή της συνάντησή των Επιταφίων στην κεντρική πλατεία του τόπου, ιδίως των πόλεων, που ως έθιμο διατηρείται ακόμη σε πολλά ελλαδικά μέρη.

Ο στολισμός του έχει ιδιαίτερο εθιμοτυπικό χαραχτήρα, πρέπει δε να είναι αρμονικός και το αποτέλεσμα να ταιριάζει σωστά στο ξύλινο μέρος του επιταφίου. . Κι αυτό, γιατί πέρα από την καλαισθησία της διακόσμησης, η κατασκευή του ξύλινου κουβουκλίου του Επιταφίου δεν είναι τυχαία.

Πιστεύεται ότι το επάνω μέρος του συμβολίζει τον ουρανό και το επίπεδο που υπάρχει στη μέση, συμβολίζει τη γη. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακοσμήσεων στους Επιτάφιους, όπως με ξυλόγλυπτα μέρη σκαλισμένα στα χέρια, με υποδοχές για την τοποθέτηση των λουλουδιών, άλλοι έχουν αγιογραφημένα τα κάτω πλαϊνά ξύλινα μέρη ή ακόμη και αγιογραφημένο το εσωτερικό του. Ακόμη υπάρχουν ξύλινες κατασκευές με πόδια και ομορφοσκάλιστο κουβούκλιο, καθώς και υποδοχές που δέχονται την τοποθέτηση φωτιστικών.

Οι ενορίτισσες κάθε ναού μαζεύουν πλήθος από άνθη και άλλα λουλούδια της άνοιξης, τα δροσίζουν μέσα σε μεταλλική λεκάνη ή σε κουβά για να είναι φρέσκα κι όταν έλθει η στιγμή για να το στόλισμα του Επιταφίου, τα παίρνουν ένα ένα και τα τοποθετούν κατάλληλα, ώστε να παρουσιάσουν ένα αρμονικό και όμορφο αποτέλεσμα.

Η Ελληνική παράδοση θέλει τις γυναίκες να ξενυχτούν στολίζοντας την ξυλόγλυπτη κατασκευή με λουλούδια όλων των χρωμάτων και των αρωμάτων. Χρησιμοποιούν ποικιλόμορφα μυρωδάτα αγριολούλουδα αλλά και ήμερα, που μαζεύουν τα παιδιά από τους ανοιξιάτικους κήπους, τις αυλές και τα χωράφια: Ανεμώνες, μαργαρίτες, άσπρα, μωβ, κίτρινα και μπλε λουλουδάκια του αγρού, κρίνους, τριαντάφυλλα, άνθη λεμονιάς, βιολέτες, μενεξέδες, πασχαλιές, γαρίφαλα, πρασινάδες, μυρσίνες, δάφνες, και τόσα άλλα φυτά επιστρατεύονται για το στόλισμα του Επιταφίου. Τα λουλούδια πλέκονται σε στεφάνια και γιρλάντες και όλος ο Επιτάφιος γίνεται μια κορώνα από άνθη που μοσχοβολά. Στις σύγχρονες πόλεις τη θέση των γυναικών παίρνουν συνήθως επαγγελματίες ανθοδέτες επιστρατεύοντας πλήθος από εξωτικά λουλούδια και πρασινάδες.

Επίσης, πολλές ενορίες τοποθετούν κρυφό φωτισμό στην ουρανία του Επιταφίου, ή στα κηροπήγια ή στα φαναράκια του, που μπορεί να έχει ο Επιτάφιος, κι έτσι κατά την περιφορά του δείχνει ακόμη πιο επιβλητικός.

Στο Ορθόδοξο τυπικό ο Επιτάφιος αποτελείται από την αγιογραφημένη κοιμώμενη μορφή του Χριστού μας στο κέντρο χοντρού υφάσματος, σχήματος ορθογωνίου παραλληλογράμμου, που στην περίμετρό του πολλές φορές φέρει χρυσοποίκιλτα κρόσσια. Το ύφασμα συνήθως είναι από μετάξι, με πολλές στρώσεις και κατάλληλα επεξεργασμένο γι’ αυτόν το σκοπό. Το σώμα του Χριστού ακολουθώντας την αγιογραφία όπως έχει, είναι κεντημένο πυκνά με χρυσοκλωστές, και διακοσμημένο με εκκλησιαστικά σχήματα και σύμβολα. Απαραίτητα αναγράφεται κεντημένο σύντομο εκκλησιαστικό κείμενο. Υπάρχουν πάνινοι Επιτάφιοι που εικονίζουν αγιογραφικά κεντημένες παραστάσεις, είτε τους μαθητές του Χριστού μας, είτε στιγμές από το Θείο Δράμα του Ιησού. Αυτόν το πάνινο διακοσμημένο Επιτάφιο λιτανεύουν πολλοί ιερείς, που ακολουθούν πιστά το παλαιό τυπικό ή τον τοποθετούν στην ξυλογλυπτική κατασκευή του Επιταφίου.

Ο κεντητός Επιτάφιος έχει τις ρίζες τους στα Βυζαντινά χρόνια ακολουθώντας παράλληλα τη μεγάλη τέχνη, της χρυσοκεντητικής των αμφίων. Αργότερα πέρασε στην Ρωσία και σε άλλες χώρες ιδίως Ορθόδοξες. Σήμερα υπάρχουν σπουδαία εργαστήρια που φτιάχνουν τέτοια έργα χειροποίητα και θαυμαστά για την τέχνη τους και την υπομονή τους.

Ελπίζουμε ότι η ταπεινότητα μας ανήκει σε αυτή την κατηγορία αναλαμβάνοντας να διακοσμήσει το ξυλόγλυπτο κουβούκλιο του Επιταφίου σας με σεβασμό στο Ορθόδοξο τυπικό και στην παράδοση μας.

Επισκεφθείτε το http://www.e-amfia.gr στό τμήμα «Δημιουργίες Χιτών» για να δείτε κάποια από τα σχέδια μας και τις προτάσεις μας για τον Επιτάφιο σας.

”Μνήμη του λαού μου, σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω”.

Τα νέα είναι καλά και έρχονται από δύο κατευθύνσεις: Από την Ευρώπη, η οποία αναζητεί τις ρίζες του πολιτισμού της, και από τη χώρα μας, στην οποία ενισχύεται δυναμικά η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών σε άρρηκτη σύνδεση με τα Νέα Ελληνικά. Οι ειδήσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία, διότι αποτελούν την απάντηση της Ιστορίας και της Κλασικής Παιδείας σε ορισμένους δήθεν προοδευτικούς των ΗΠΑ, οι οποίοι χαρακτηρίζουν ρατσιστική τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών κειμένων!

Η πρόσφατη επέτειος της 28ης Οκτωβρίου 1940 και η γιορτή των ενόπλων Δυνάμεων στα Εισόδια της Θεοτόκου 21/11/21 (σχετ φωτ.) μας έφερε στο νου το ποίημα του Νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη, το “Άξιον Εστί”. Άλλωστε το εκτενέστατο αυτό ποιητικό έργο, που αναφέρεται στην περίοδο 1940-1944,  έγινε διάσημο μετά  τη μελοποίησή του από τον αείμνηστο Μίκη Θεοδωράκη. Ξεχωρίζω μία φράση, η οποία συνδέεται με την επέτειο, αλλά και γενικότερα με τη συνέχεια του Ελληνισμού: ”Μνήμη του λαού μου, σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω”.

Ο Ελύτης  συνοψίζει σε λίγες λέξεις την παράδοση και την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού.  Η Πίνδος εκφράζει τους αγώνες του Έθνους για Ελευθερία. Ο Άθως εκφράζει την Ορθοδοξία, τη διαχρονική αξία του Ελληνορθοδόξου Βυζαντινού πολιτισμού. Ένας συνεχής αγώνας για την Ελευθερία είναι η ελληνική ιστορία. Μία διαχρονική μάχη για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου είναι η ελληνορθόδοξη παράδοση. Η Πίνδος είναι η συνέχεια του Μαραθώνα, του Βασιλείου Β΄ του Μακεδόνος, του 1821. Ο Άθως διασώζει την άρρηκτη σύνδεση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, στην οποία βασίσθηκε το οικοδόμημα της Ελληνικής Επαναστάσεως. Πίνδος και Άθως δίνουν  επίκαιρα μηνύματα σε νέους και μεγαλύτερους. Διότι το αιώνιο είναι πάντα επίκαιρο.

Αυτά τα διαχρονικά και ζωογόνα μηνύματα του 1821 και του 1940 έχουμε υποχρέωση να μεταδώσουμε στη νέα γενιά. Είναι ευκαιρία τώρα που μελετάται η ανανέωση των σχολικών βιβλίων όλων των βαθμίδων να δώσουμε στα παιδιά μας τα κείμενα των μεγάλων ποιητών και συγγραφέων, οι οποίοι εμπνεύσθηκαν από την Ελληνική Διάρκεια, την εθνική και πολιτιστική συνέχεια του Ελληνισμού.

Στα Νέα Ελληνικά να εμπλουτίσουμε τα Ανθολόγια με Διονύσιο Σολωμό, Κωστή Παλαμά, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Πηνελόπη Δέλτα, Γιώργο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργο Θεοτοκά, Φώτη Κόντογλου. Να φέρουμε τα παιδιά μας σε επαφή με τα Απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821.

Στην Ιστορία να τονίσουμε την πεποίθηση ελληνικής συνέχειας, η οποία ενέπνεε τους αγωνιστές του 1821, του 1940, του Κυπριακού Αγώνος του 1955-59. Να διδάξουμε την απάντηση του Κολοκοτρώνη στον Άγγλο Χάμιλτον ότι δεν υπογράφει συνθηκολόγηση με τους Τούρκους, διότι συνεχίζει τους αγώνες του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Να μιλήσουμε για τις ελληνικές σημαίες,οι οποίες περίμεναν τους Έλληνες φαντάρους στην Κορυτσά τον Νοέμβριο του 1940.

Στα Θρησκευτικά να παρουσιάσουμε τους θησαυρούς της Ορθόδοξης υμνογραφίας. Να μιλήσουμε για το Προοίμιο των Συνταγμάτων της Ελληνικής Επαναστάσεως, το οποίο επικαλείται την Αγία Τριάδα, να θυμίσουμε την πίστη των στρατιωτών μας του 1940-41, οι οποίοι είχαν στα αντίσκηνά τους καρφωμένη την εικόνα της Παναγίας.

Στα Αρχαία Ελληνικά να διδάξουμε σε όλες τις κατευθύνσεις του Λυκείου τον Επιτάφιο του Περικλέους, τον οποίο κατέγραψε ο Θουκυδίδης. Αυτόν τον παγκοσμίως γνωστό ύμνο προς την πατρίδα και τη δημοκρατία. Λόγω των προκλήσεων του νέου Οθωμανισμού  προτείνω να επανέλθει στα σχολεία μας και η διδασκαλία του ρητορικού λόγου “Λυκούργου κατά Λεωκράτους” που περιέχει τον Όρκο των Αρχαίων Αθηναίων Εφήβων: ”Την Πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω”.

Μνήμη του λαού μου, σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω. Για τη μνήμη μιλά ο Ελύτης. Χρήσιμη υπενθύμιση σε μία εποχή, κατά την οποία κάποιοι μας προτείνουν να πάθουμε αμνησία. Να γίνουμε μεταμοντέρνοι και διεθνιστές. Δεν θα τους ακολουθήσουμε. Θα συνεχίσουμε να μνημονεύουμε  Πίνδο και Άθω!

Στο Ελληνικό Γυμνάσιο και Λύκειο ενισχύεται, όπως μαθαίνουμε, η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών, τα οποία θα διδάσκονται με τρόπο που θα υπογραμμίζει ότι δεν είναι ξένη γλώσσα, αλλά η παλαιότερη μορφή και η ρίζα των Νέων Ελληνικών. Η υπεύθυνη για τα Νέα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος, Καθηγήτρια Μαρία- Ζωή Φουντοπούλου, δήλωσε στα ΜΜΕ ότι στη Γ΄ Γυμνασίου θα διδάσκεται από το πρωτότυπο για πρώτη φορά ο βίος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον οποίο έγραψε ο Πλούταρχος. Κείμενο χρήσιμο για την εθνική μνήμη σε μία εποχή που η ελληνική ιστορία πλαστογραφείται από διάφορους γείτονες.

Είναι καιρός η Ευρώπη να θυμηθεί τις αρχαιοελληνικές, ρωμαϊκές και Χριστιανικές ρίζες της.

Πηγή: Κωνσταντίνος Χολέβας

Φωτογραφία: Σίσσυ Πέτρου (Χορού Ενθύμησις)

Η συνάντηση του Σεφέρη με τον Αγιο Νεόφυτο.

Στίς 20 μέ 22 Νοεμβρίου 1953 ὁ Γιῶργος Σεφέρης, τότε Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος στόν Λίβανο, ἐπισκέφθηκε μαζί μέ τή σύζυγό του καί Κυπρίους φίλους του τήν Πάφο τῆς Κύπρου. Δύο χρόνια πρίν ἀπό τήν ἔκρηξη τοῦ Ἂγῶνος τῆς ΕΟΚΑ γιά τήν Ἕνωση τῆς Κύπρου μέ τήν Ἑλλάδα ἡ Μεγαλόνησος βρισκόταν κάτω ἀπό τόν βρετανικό ζυγό. Ἀπό τήν ἐπίσκεψή του στήν Πάφο ὁ ποιητής μας, ὁ ὁποῖος τό 1963 βραβεύθηκε μέ Νόμπελ Λογοτεχνίας, κατέγραψε σέ ἕνα σπουδαῖο ποίημα τίς ἐντυπώσεις του. Τόν συγκίνησε ἰδιαιτέρως ἡ Ἐγκλείστρα, δηλαδή τό μοναστῆρι τοῦ Ἁγίου Νεοφύτου. Ἔγραψε, λοιπόν, τό ἀκόλουθο ποίημα μέ τήν ὑποσημείωση: Ἐγκλείστρα, 21 Νοεμ. ’53:

ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΜΙΛΑ-

Ὑπέρογκες ἀρχιτεκτονικές. Λαρίων Φαμαγκούστα Μπουφαβέντο. Σχεδόν σκηνικά.

Ἤμασταν συνηθισμένοι νά τό στοχαζόμαστε ἀλλιῶς τό «Ἰησοῦς Χριστός Νικᾶ».

Πού εἴδαμε κάποτε στά τείχη τῆς Βασιλεύουσας, τά φαγωμένα ἀπό γυφτοτσάντιρα καί στεγνά χορτάρια,

Μέ τούς μεγάλους πύργους κατάχαμα σάν ἑνός δυνατοῦ πού ἔχασε, τά ριγμένα ζάρια.

Γιά μᾶς ἦταν ἄλλο πράγμα ὁ πόλεμος γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ!

Καί γιά τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καθισμένη στά γόνατα τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ,

Πού εἶχε στά μάτια ψηφιδωτό τόν καημό τῆς Ρωμιοσύνης,

ἐκείνου τοῦ πελάγου τόν καημό σάν ἧβρε τό ζύγιασμα τῆς καλοσύνης.

Ἄς παίζουν τώρα μελοδράματα στά σκηνικά τῶν σταυροφόρων Λουζινιά

Κι ἄς φλομώνουνε μέ τόν καπνό πού μᾶς κουβάλησαν ἀπό τόν βοριά.

Ἄσ’τους νά τρώγονται καί ν’ ανεμοδέρνονται ὡσάν τό κάτεργο πού δένει μοῦδες.

Καλῶς μᾶς ἤρθατε στήν Κύπρο, ἀρχόντοι. Τράγοι καί μαϊμοῦδες!

Ὁ Ἅγιος Νεόφυτος ὑπῆρξε μία σημαντική μορφή τοῦ Κυπριακοῦ Ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ καί τῆς Βυζαντινῆς Ρωμιοσύνης. Γεννήθηκε στά Λεύκαρα τό 1134 καί ἐκοιμήθη τό 1219 στό σπήλαιό του, τήν Ἐγκλείστρα ὅπου ἔμενε Ἔγκλειστος καί ἀσκητεύων. Μέχρι τά 18 του ἦταν ἀναλφάβητος βοσκός, ἀλλά ἔγινε αὐτοδίδακτος κάι ἔμαθε γράμματα ἀπό τά ἐκκλησιαστικά βιβλία. Στό φημισμένο ἀσκητήριο, τήν Ἐγκλείστρα κοντά στήν Πάφο, ἔγραψε πολλά συγγράμματα θεολογικοῦ κάι ἱστορικοῦ περιεχομένου. Ὁ ἴδιος ἔγραψε κάι δύο Διαθῆκες, μέ τή μορφή Τυπικῆς Διατάξεως, δηλαδή ὅρισε τόν Κανονισμό τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ὡς ἀνδρικό μοναστῆρι καί σήμερα.

Ὁ Ἅγιος ἔζησε τήν ἐποχή, κατά τήν ὁποία ὁ Βυζαντινός Διοικητής τοῦ νησιοῦ Ἰσαάκιος Κομνηνός ἀποστάτησε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη μέ ἀποτέλεσμα τήν ἅλωση τῆς Μεγαλονήσου ἀπό τούς Ἄγγλους Σταυροφόρους τοῦ Ριχάρδου τοῦ Λεοντόκαρδου. Ἁκολούθησε μακρά περίοδος Φραγκοκρατίας ὑπό τήν γαλλική δυναστεία τῶν Λουζινιάν, τούς ὁποίους ἀναφέρει περιπαικτικά στό ποίημα ὁ Σεφέρης.

Ὁ Ἅγιος Νεόφυτος κατέγραψε τά δεινά τῆς Κύπρου καί τῶν Ἁγίων Τόπων ἀπό τούς Μουσουλμάνους καί ἀπό τούς Σταυροφόρους στό σύντομο ἱστορικό κείμενό του μέ τίτλο «Περί τῶν κατά τήν χώραν Κύπρον Σκαιῶν». Τό κείμενο αὐτό διάβασε ὁ Σεφέρης καί ἐμπνεύσθηκε τό ποίημα τό ὁποῖο μελετοῦμε. Ὁ Σεφέρης θεώρησε τόν Ἅγιο Νεόφυτο ὡς τή βυζαντινή συνείδηση τοῦ Κυπριακοῦ Ἑλληνισμοῦ, πού διεκτραγωδεῖ τά βάσανα τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τή διπλῆ εἰσβολή: Ἐξ Ἀνατολῶν τό Ἰσλάμ καί ἐκ δυσμῶν οἱ δῆθεν Χριστιανοί Φράγκοι Σταυροφόροι. Φύγαμε ἀπό τά σκυλιά καί πέσαμε στά λιοντάρια, γράφει ὁ Ἅγιος Νεόφυτος, καί τή φράση αὐτή μετατρέπει ὁ Σεφέρης σέ «Τράγοι κάι μαϊμοῦδες» στόν τελευταῖο στίχο τοῦ ποιήματός του.

¨Ο Σεφέρης καταγγέλλει στό ποίημα αὐτό τή δυσαρμονία τῶν Φράγκικων κτισμάτων πρός τό ἑλληνικό τοπίο τῆς Κύπρου. Χρησιμοποιεῖ σκοπίμως τίς ὀνομασίες πού ἔδωσαν οἱ Φράγκοι κατακτητές. Δηλαδή Λαρίων εἶναι τό φρούριο τοῦ Ἁγίου Ἰλαρίωνος στόν Πενταδάκτυλο, Φαμαγκούστα εἶναι ἡ Ἀμμόχωστος, Μπουφαβέντο εἶναι τό φρούριο Βουφαβέντο πάλι στόν Πενταδάκτυλο. Ἀντιδιαστέλλει τούς ἀμυντικούς ἀγῶνες τῶν Βυζαντινῶν Ἐλλήνων ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος πρός τούς κατακτητικούς πολέμους τῶν Δυτικῶν Εὐρωπαίων. Χρησιμοποιεῖ ξανά μία παλαιότερη φράση του «τόν καημό τῆς Ρωμιοσύνης» γιά νά ἐκφράσει τόν πόνο καί συνάμα τό ἀντιστασιακό πνεῦμα τοῦ Ὀρθοδόξου Ἑλληνισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται κατακτήσεις καί συμφορές ἀπό διάφορες φυλές, ἀλλά ἐπιβιώνει ὑπό τήν προστασία τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ, τῆς Παναγίας.

Ἄν καί ὁ Σεφέρης δέν μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς κατ’ἐξοχήν «Χριστιανός ποιητής», ἐν τούτοις ἠ Ἐγκλείστρα καί ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου Νεοφύτου, λαξευμένα μέσα στόν βράχο, καθώς καί τά ἀγωνιστικά κείμενα τοῦ Ἀγίου, τόν ἐντυπωσίασαν σέ τέτοιο βαθμό ὥστε νά γράψει αὐτόν τόν ὕμνο στόν Ὀρθόδοξο καί ἑλληνικό χαρακτῆρα τῆς Κύπρου μας. Ἕναν ὕμνο πού ἔρχεται θαυμάσια νά συμπληρώσει τό ποίημα τοῦ Κυπρίου βάρδου Βασίλη Μιχαηλίδη γιά τή σφαγή τῶν Ἐπισκόπων τῆς Μεγαλονήσου άπό τούς Τούρκους. Τιμῶντας τήν θυσία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ στίς 9 Ἰουλίου 1821, ὁ Β. Μιχαηλίδης ἔγραψε:

«Ἣ Ρωμιοσύνη ἔν νά χαθεῖ ὅντας ὁ κόσμος λείψη», δηλαδή ὁ Ὀρθόδοξος Ἑλληνισμός θά ἐπιβιώσει παρά τίς δυσκολίες μέχρι τή συντέλεια τοῦ κόσμου!

Ὁ Σεφέρης κατά τήν παραμονή του ἐπί ἔνα μῆνα στήν Κύπρο τό 1953 ἐπισκέφθηκε πολλά μέρη καί μελέτησε τή Χριστιανική καί Βυζαντινή Ἱστορία τοῦ νησιοῦ. Στούς δώδεκα στίχους τοῦ ἐν λόγῳ ποιήματος συμπύκνωσε ὅλο τό μεγαλεῖο τοῦ Βυζαντίου καί τήν θριαμβεύουσα κυπριακή Ρωμιοσύνη. Τό Βυζάντιο-Ρωμανία ὑμνεῖται στούς στίχους 2-6, ἡ λουζινιανή φραγκοκρατία στηλιτεύεται στούς στίχους 1,9,11, ἡ εἰσβολή τῶν Ἄγγλων τοῦ Ριχάρδου ἀναφέρεται στόν στίχο 10 μέ μία φράση ἐπηρεασμένη ἀπό τό κείμενο τοῦ Ἁγίου Νεοφύτου καί ἡ Ἐνετοκρατία σκιαγραφεῖται στόν στίχο 12.

Προτείνω στούς μελετητές τοῦ Βυζαντίου καί τῆς Φραγκοκρατίας νά μελετήσουν τό ἱστορικό χρονικό πού ἔγραψε ὁ Ἅγιος Νεόφυτος τῆς Κύπρου κάι νά δοῦν πῶς ἕνας Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας τονίζει τήν ἐθνική του ταυτότητα. Τό «κείμενο «Περί τῶν κατά τήν χώραν Κύπρον σκαιῶν», πού ἐνέπνευσε τόν Σεφέρη, εἶναι ἔνα κατ’ ἐξοχήν πατριωτικό κείμενο. Ὁ πατριωτισμός τοῦ Ἁγίου δέν εἶναι τοπικισμός οὔτε ἀφορᾶ μόνο τήν Πάφο καί τήν Κύπρο. Θεωρεῖ ὡς πατρίδα του τήν ἑλληνορθόδοξη αὐτοκρατορία πού σήμερα συνηθίζουμε νά ὀνομάζουμε Βυζαντινή. Τότε τό ὄνομα τοῦ κράτους ἦταν Ρωμανία (ἀπό τήν Νέα Ρώμη -Κωνσταντινούπολη). Γράφει χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος στό προαναφερθέν ἱστορικό ἔργο του: «Χώρα ἐστίν Ἰγκλιτέρρα, πόρρω τῆς Ρωμανίας κατά βορρᾶν, ἐξ ἧς νέφος Ἰγκλίνων σύν τῷ ἄρχοντι αὐτῶν εἰς πλοῖα μεγάλα λεγόμενα νάκκας συνεισελθόντες τόν πλοῦν πρός Ἱεροσόλυμα ἔδρων». Δηλαδή: Ὑπάρχει μία χώρα πού λέγεται Ἀγγλία καί βρίσκεται μακρυά πρός βορρᾶν τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους, ἀπό τήν ὁποία μεγάλος ἀριθμός Ἄγγλων μαζί μέ τό ἡγεμόνα τους εἰσῆλθαν σέ μεγάλα πλοῖα πού ὀνομάζονται νάκκαι καί ξεκίνησαν τό ταξίδι πρός τά Ἱεροσόλυμα. Ὁ πατριωτισμός τοῦ Ἁγίου Νεοφύτου δέν εἶναι ἕνας παθολογικός ἐθνοφυλετισμός, ἀλλά ἡ συνείδηση τῆς ἑλληνορθοδόξου Ρωμιοσύνης, ἡ ὁποία θεμελιώνεται στήν Ὀρθόδοξη Πίστη, στήν ἑλληνική γραμματεία καί στήν οἰκουμενική ἀντίληψη τοῦ πολιτισμοῦ μας.

Αὐτή τήν Οἰκουμενική Ἑλληνορθοδοξία γνώρισε καί τίμησε ὁ Γιῶργος Σεφέρης στήν Κύπρο, δέκα χρόνια πρίν κερδίσει τό βραβεῖο Νόμπελ.

Πηγή: Κωνσταντίνος Χολέβας

Καλή χρονιά με υγεία

Ο Θεός ετέχθει και το σκότος αποφεύχθει…με αυτή την φράση…ως προπομπό ευχόμαστε Καλή χρονιά με υγεία σε όλους. Ελπίζουμε με την βοήθεια του Θεού σύντομα να «πάρουμε» πίσω τις ζωές μας και να ξεκινήσουμε με αργούς ρυθμούς να επανερχόμεθα στην κανονικότητα μας. Ο δρόμος είναι μακρύς ακόμα αλλά με καρτερικότητα, υπομονή και μετάνοια όπως λένε οι Πατέρες θα τα καταφέρουμε.

Καλή χρονιά με υγεία…..

Ευχές για ευλογημένα Χριστούγεννα

Οι ευχές μας για τα φετινά Χριστούγεννα είναι ιδιαίτερες αφενός, λόγο των καταστάσεων που βιώνουμε παγκοσμίως, αφετέρου λόγο της προσωπικής δυσκολίας που βίωσε και βιώνει ο καθένας μας στην διάρκεια του 2020. Θα μας επιτρέψετε για φέτος να πλατειάσουμε ξεφεύγοντας από τα στερεότυπα των Χριστουγέννων., όπως είχαμε μάθει να τα βιώνουμε τα προηγούμενα χρόνια καθώς αποτελεί πλέον αδήριτη ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε αρχές και αξίες .

Είναι ωφέλιμο να υπενθυμίζουμε στους εαυτούς μας να ευχαριστούμε τον Θεό για όλα όσα βλέπουμε στη καθημερινότητά μας. Τις ευεργεσίες Του. Τη Χάρη Του. Τα θαύματά Του. Και αυτά είναι πολλά, τόσα μα τόσα πολλά.

Ας το κάνουμε αυθόρμητα, σιωπηλά, όσες περισσότερες φορές μπορούμε, ψιθυρίζοντάς Του ένα απλό ευχαριστώ. Όμως, ας μη παραλείπουμε να Τον ευχαριστούμε και για εκείνα που δεν βλέπουμε, δεν θέλουμε να δούμε ή περνάμε απαρατήρητα γιατί τα θεωρούμε ως δεδομένα και μόνιμα εις το διηνεκές. Και αυτά είναι απείρως περισσότερα. Θα λέγαμε, αναρίθμητα. Και δημιουργούν αυτό που εμείς αποκαλούμε ομορφιά στη ζωή.

Ας μη μας κλείνει τα μάτια ο φτηνός εγωισμός μας. Και ας μη μας εμποδίζει η ανεγκέφαλη φιλαυτία μας. Γιατί τα πάντα κινούνται σύμφωνα με τη δική Του βούληση. Γιατί η αρμονία και η τελειότητα του σύμπαντος είναι δικό Του δημιούργημα.

Γιατί ο Θεός είναι το Α και το Ω στη ζωή.Σε Αυτόν όλη η δόξα. Σε Αυτόν όλη η ευγνωμοσύνη μας. Στα πανάγια Χέρια Του όλες οι ελπίδες και τα όνειρά μας.« … Ὑπὲρ τούτων ἁπάντων εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ τῷ μονογενεῖ σου Ὑἱῷ καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ, ὑπὲρ πάντων ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων… »

Με εκτίμηση,

H ομάδα ΧΙΤΩΝ-E-AMFIA.GR

Ιερατικά άμφια υψηλής ποιότητας & αισθητικής

Μια από τις λίγες εναπομείνασες βιοτεχνίες (E-AMFIA.GR -ΧΙΤΩΝ) σε όλον τον κόσμο που ράβει μοναδικά χειροποίητα εκκλησιαστικά είδη, βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη.

Δραστηριοποιείται αρκετά χρόνια στο χώρο αυτό ενώ τα χειροποίητα καλλιτεχνήματα της εξάγονται σε όλο τον κόσμο.

Πρωτοπορεί πουλώντας τις χειροποίητες δημιουργίες της ακόμα και μέσω διαδικτύου στο e-shop e-amfia.gr

Ένας «συντηρητικός» κλάδος προσαρμόζεται στις ανάγκες της εποχής και αποκαλύπτεται στο ευρύ κοινό, παρέχοντας ακόμα και τα εκκλησιαστικά είδη στο διαδίκτυο, συμβάλλοντας ευρέως στη διάδοση της Ελληνικής Ορθόδοξη παράδοσης στο χώρο της Ιερατικής ενδυμασίας με σεβασμό στους λειτουργικούς κανόνες της Εκκλησίας μας.

Αναλαμβάνουμε επίσης να διακοσμήσουμε τον Ιερατικό ναός σας, προσφέροντας ολοκληρωμένες προτάσεις οσον αφορά την Αγία Τράπεζα, τα προσκυνητάρια, τα καλύμματα της Αγίας Προθέσεως, τις Κουρτίνες της Ωραίας Πύλης, τον «στολισμό με τα κατάλληλα καλύμματα του Επιταφίου.

Τα στοιχεία που συνθέτουν την γενικότερη διακόσμηση ενός Ναού είναι οι τοιχογραφίες, τα ψηφιδωτά, το τέμπλο, οι πολυέλαιοι, τα προσκυνητάρια, τα μανουάλια, το παγκάρι, τα αναλόγια.

Στο βίντεο που παρακολουθείται αποτυπώνεται πως η εταιρεία μας αναλαμβάνει να διακοσμήσει την Αγία Τράπεζα, τα προσκυνητάρια, τα αναλόγια με δημιουργίες εξαιρετικής ποιότητας και ραφής που δρουν αφενός συμπληρωματικά, αφετέρου αναδεικνύουν την αρχιτεκτονική καθώς και τον συνολικότερο διάκοσμο ενός ναού. Αναλαμβάνουμε να διακοσμήσουμε τον Επιτάφιο, τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο, τα λειτουργικά σκεύη και οτιδήποτε μας ζητηθεί.

Σε κάθε περίπτωση επικοινωνήστε μαζί μας για να συζητήσουμε αναλυτικά τις ανάγκες του ναού σας και να καθορίσουμε μαζί τις βέλτιστες προτάσεις που ταιριάζουν στην αρχιτεκτονική και την συνολική διακόσμησή του ναού σας.

Με εκτίμηση,

Η ομάδα μας

Συνεχίζουμε να σας εξυπηρετούμε!

Συνεχίζουμε απρόσκοπτα την διάθεση των προϊόντων μας στην διάρκεια της πανδημίας του Κορονοϊού μέσω του ηλεκτρονικού μας καταστήματος (e-shop) www.e-amfia.gr.

Ζητούμε την κατανόηση σας εκ των προτέρων για τις όποιες πιθανές καθυστερήσεις στην παράδοση των προϊόντων μας.

Παράλληλα έχουμε σχεδιάσει λύσεις που θα επιτρέψουν σε όλους τους σεβαστούς μας πελάτες να συνεχίσουν να απολαμβάνουν τις υπηρεσίες και τα προϊόντα μας.

Στο πλαίσιο αυτό σας προσφέρουμε την δυνατότητα να αγοράσετε την δική σας (Δωροκάρτα/e-gift card) και να την προσφέρεται στον Ιερέα ή τον Ιερό Ναό- Μονή που επιθυμείτε.

Εμείς θα προσπαθήσουμε να ανταποκριθούμε στο μέλλον με ακόμα περισσότερες υπηρεσίες που συμβάλουν στο να κάνουμε την καθημερινότητα όλων μας ασφαλέστερη και ευκολότερη.

Με εκτίμηση,

Η ομάδα Χιτών-e-amfia.gr