Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου βρίσκεται στην Ναυπακτία του Νομού Αιτωλοακαρνανίας και είναι κτισμένη σε πλάτωμα απότομης πλαγιάς στην ανατολική πλαγιά του όρους Ριγάνι[1]. Απέχει 11,5 χλμ. Β.-ΒΔ. από τη Ναύπακτο και 3 χλμ. Β. της Βομβοκούς[2]. Ακριβώς κάτω της βρίσκεται η χαράδρα απ’ όπου περνάει ο χείμαρρος Σκας που καταλήγει στη Ναύπακτο.

Το μοναστήρι με την αμφιθεατρική θέα του Πατραϊκού κόλπου είναι λίαν αγαπητό από τους Ναυπάκτιους αλλά και από όλη την Αιτωλοακαρνανία και δέχεται καθημερινά επισκέπτες και προσκυνητές από κάθε περιοχή.

Στην μονή εγκαταβιώνει γυναίκεια αδελφότητα η οποία είναι ιδιαιτέρως αγαπητή στους οικιστές των γύρω περιοχών καθώς έχουν συνεχίσει την παράδοση της φιλοξενίας που είχε πάντοτε το μοναστήρι αλλά και συνεχίζει να αποτελεί φάρο πνευματικότητας και καύχημα της Ναυπάκτου.
Σύντομο Ιστορικό:
Η Ιερά Μονή τού Τιμίου Προδρόμου Βαμβοκούς έχει μία μακρά ιστορία, η οποία ξεπερνά τό 1695, πού κατά τήν κτιτορική επιγραφή είναι έτος ανακαίνισης.

Είχε καί αυτή τήν ίδια τύχη μέ πολλές άλλες Μονές πού διαλύθηκαν μέ τό επάρατο διάταγμα τής 25-9-1833. Είχε τρείς μοναχούς καί όχι έξι, πού προέβλεπε αυτό. Οι τρείς μοναχοί Βενέδικτος, Ηγούμενος, Νεόφυτος καί Ιωαννίκιος, παρά τήν επιθυμία τους νά παραμείνουν στήν Μονή, εκδιώχθηκαν από αυτήν τό 1835.

Αμέσως μετά άρχισε ένας αγώνας διατήρησης τής Μονής πού έφτασε μέχρι τό 1850 καί πέραν αυτού. Πρωτοστάτες στήν διεκδίκηση ήταν ο Δήμος Ναυπακτίδος, η Επαρχία, η Εκκλησία καί ο λαός τής Ναυπακτίας.
Τό 1845 έξι επιζώντες μοναχοί τού «Προδρόμου καί Φιλοθέου» επικαλούμενοι τό πνεύμα τής 3ης Σεπτεμβρίου 1843, ζητούν τήν διατήρηση τής Μονής τού Προδρόμου γιά νά εγκαταβιώσουν σ’ αυτήν. Είναι σπαρακτική η κραυγή τους: «Ημείς δέ ενδεείς, γυμνοί καί τετραχηλισμένοι εγκαταλειφθέντες περιφερόμεθα ένθεν κακείθεν ως επαίται διά νά μήν αποθάνωμεν τής πείνας, βλέποντες από μακρόθεν τούς ιερούς εκείνους οίκους, εν οίς ωρκίσθημεν ν’ αφήσωμεν τά κόκκαλά μας, ερήμους, τά δέ φθαρτά κτήματά των, τά οποία καί ιδίοις χερσίν ανεγείραμεν καί εβελτιώσαμεν εξ απαλών ονύχων, πάντα ήδη σχεδόν κατεστραμμένα καθώς καί τά ακίνητα κλαίοντες θρηνούμεν απαρηγόρητα, ως ο Αδάμ απέναντι τού Παραδείσου».

Τό 1846 ο Δήμος Ναυπακτίδος, θεωρώντας ότι η πολιτεία θά κάνει δεκτό τό πανναυπακτιακό αίτημα, κάλεσε τόν Ζακύνθιο μοναχό Κωνστάντιο Κλαυδιανό νά αναλάβη τήν Ηγουμενία ως επικεφαλής έξι ακόμα μοναχών. Ο Κωνστάντιος κατέθεσε 10.000 δραχμές στό ταμείο τής Μονής καί άρχισε η συντήρηση τών κτιρίων καί η καλλιέργεια τών αγρών της. Δυστυχώς όμως η άρνηση τής πολιτείας, χωρίς νά λαμβάνει υπόψη τό κοινό αίσθημα, ήταν κατηγορηματική. Ο Κωνστάντιος μέ αναφορά του (17.1.1850) κάνει ύστατη έκκληση νά διατηρηθεί η Μονή καί νά επιτραπεί η επιστροφή τών μοναχών, οι οποίοι εκδιώχθηκαν βιαίως από τίς αρχές.

Στίς 30 Νοεμβρίου 1850 τό Επαρχιακό Συμβούλιο Ναυπακτίας ζητά σέ συνεδρίασή του τήν διατήρηση τών Μονών τού Προδρόμου καί Αγίου Δημητρίου Κουτουλιστίων (Κρυονερίων). Όμως η Οθωνική πολιτεία δέν άκουγε. Παρά τήν απαράδεκτη συμπεριφορά τών αρμοδίων η αγάπη τών Ναυπακτίων πρός τό μοναστήρι δέν ανακόπηκε. Όρισαν Εκκλησιαστικό Συμβούλιο πού φρόντιζε τήν Μονή καθιστώντας την πλέον παραθεριστικό θέρετρο. Αργότερα ιδρύθηκε καί Σύλλογος «Ιωάννης ο Πρόδρομος», πού διενεργούσε εράνους γιά τήν συντήρηση τής Μονής.
Στίς 18 Οκτωβρίου 1928 ο τότε Μητροπολίτης Αμβρόσιος μέ αίτησή του στήν Ιερά Σύνοδο, ύστερα από τήν συνεδρίαση τής 30.10.1928, ζητεί «όπως ενεργηθώσι τά δέοντα πρός έκδοσιν τού σχετικού διατάγματος περί συγκαταριθμήσεως αυτής (τής Ι. Μονής Προδρόμου) μεταξύ τών διατηρουμένων Ι. Μονών».

Τήν 1 Νοεμβρίου 1928 η Ιερά Σύνοδος, ύστερα από τήν συνεδρίαση τής 30.10.1928, ζητεί από τό Υπουργείο Παιδείας καί Θρησκευμάτων νά εκδοθή τό σχετικό διάταγμα. Αυτό όμως, φαίνεται, ουδέποτε εκδόθηκε. Ποιοί είναι οι λόγοι, εάν δέν επισημανθούν στό συνοδικό αρχείο τά σχετικά έγγραφα, δέν μπορεί νά γνωρίζουμε μέ ακρίβεια. Πιθανολογούμε όμως ότι ίσως δύο είναι οι λόγοι: α) Η αλλαγή τών διαθέσεων τής Εκκλησίας καί Πολιτείας, αφού σέ λίγους μήνες άρχισαν μέ πρόταση τής Ιεράς Συνόδου νά εκδίδονται Διατάγματα συγχώνευσης Μονών, οπότε αναστελλόταν η ίδρυση νέων καί β) η δυσχέρεια εξεύρεσης μοναχών ή η υπαναχώρηση τής προτεινόμενης αδελφότητας.

Έτσι περνούν τά χρόνια, τό μοναστήρι συνεχίζει νά είναι διαλυμένο καί γύρω στά 1935 διαμένει σ’ αυτό η οικογένεια Πάνου Λάλου, πού ασκούσε τά καθήκοντα τού επιστάτη υπό τήν επίβλεψη τού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου καί τού Συλλόγου «Ιωάννης ο Πρόδρομος». Μάλιστα διέμενε στό κελί τού Γεωργίου Αθάνα. Τό μοναστήρι συνέχιζε νά αποτελή θέρετρο γιά τούς Ναυπάκτιους.
Σέ επιστολή (19 Δεκεμβρίου 1939) τού Ηγουμένου τής Παναγίας Αμπελακιώτισσας, Ησαΐα, πρός τόν Γεωργάκη Αλεξανδρόπουλο, τόν κατοπινό Μητροπολίτη Χριστοφόρο, γίνεται αναφορά στό μοναστήρι τής Βομβοκούς: «Διά τούς δοκίμους πού μού είπε ο Διάκος (Πολύκαρπος Κατσαούνης, αδελφός τής Αμπελακιώτισσας) δέν έχω αντίρρησιν, αλλά νά εξετάσωμεν πρώτον τά πράγματα καί τήν πολιτεία των γιά νά μήν έχωμεν τά τού Αγίου Ηγουμένου Βομβοκούς».Άρα τό 1939 υπήρχε στό μοναστήρι Ηγούμενος καί ίσως καί μοναχοί. Μάλιστα κάτι συνέβη μέ τούς δοκίμους, πού έκανε καί τόν Ησαΐα επιφυλακτικό. Ποιός ήταν ο Ηγούμενος; Φαίνεται ότι ήταν ο ιερομόναχος Ευθύμιος Καρακώστας, αδελφός τού μοναστηριού τής Αμπελακιώτισσας, πού γεννήθηκε στή Στάνου Βάλτου τό 1865. Εκάρη μοναχός στήν Μονή Παντοκράτορος Αγγελοκάστρου τό 1909 καί προσήλθε στήν Αμπελακιώτισσα στίς 29.12.1936. Αποχώρησε μέ άδεια τού Μητροπολίτη Γερμανού Γκούμα στίς 25.5.1940, προφανώς γιά νά αναλάβη επισήμως τήν Ηγουμενία τού Προδρόμου. Επανήλθε στήν Αμπελακιώτισσα στίς 23.5.1943 καί απεβίωσε στίς 30.10.1944.
Στίς 20.5.1940 δημοσιεύεται τό Διάταγμα τής ανασύστασης καί ύστερα από πέντε ημέρες διαγράφεται ο Ευθύμιος από τό Μοναχολόγιο τής Αμπελακιώτισσας, γιά νά εγγραφή στό μοναστήρι τής Βομβοκούς. Μετά από τρία χρόνια επανεγγράφεται στήν Αμπελακιώτισσα. Ίσως λόγω γήρατος καί έλλειψης άλλων μοναχών νά μήν μπορούσε νά ανταπεξέλθη στά καθήκοντά του.
Τό διάταγμα (ΦΕΚ 158/20.5.1940) είναι λιτό:«Ανασυνιστώμεν τήν Ιεράν Μονήν Προδρόμου κειμένην εν τή περιφερεία τής κοινότητος Βομβοκούς τής Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπακτίας καί Ευρυτανίας, άνευ ουδεμιάς επιβαρύνσεως τού ΟΔΕΠ».
Πότε μετατράπηκε σέ γυναικεία η Μονή:.
Η έρευνα μέχρι τό 1946 στην ηλεκτρονική σελίδα τού Εθνικού Τυπογραφείου δεν απέδωσε, γιατί τό σχετικό φύλλο τής Εφημερίδας τής Κυβερνήσεως δεν υπήρχε στην σειρά. Άρα χωρίς τον αριθμό τού φύλλου η επισήμανση θά ήταν αδύνατη καί η εξαγωγή συμπερασμάτων λανθασμένη. Ευτυχώς όμως στήν Μητρόπολη σώζεται τό παλαιό «Μοναχολόγιο τής Ιεράς Μονής τού Τιμίου Προδρόμου Βομβοκούς». Στό εξώφυλλο υπάρχει η σημείωση: «Μετετράπη εις γυναικείαν δυνάμει τού από 5.12.42 Ν.Δ. δημοσιευθέντος εις τό υπ’ αριθμ. 324 φύλλον τής Εφημ. Κυβερνήσεως».

Τό κατοχικό διάταγμα τό οποίο υπογράφει ο Πρόεδρος τής Κυβερνήσεως επί τών Θρησκευμάτων Υπουργός Κ. Λογοθετόπουλος αναφέρει: «Μετατρέπομεν τήν ανδρώαν Ιεράν Μονήν τού Τιμίου Προδρόμου τής Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπακτίας καί Ευρυτανίας εις γυναικείαν τοιαύτην, άνευ επιβαρύνσεως τού Ο.Δ.Ε.Π.».
Ο Ευθύμιος επιστρέφει στίς 23.5.1943 στήν Αμπελακιώτισσα, αφού η Μαρία Γκολιά εγκαταστάθηκε στό μοναστήρι στίς 12.5.1943 καί εκάρη μοναχή τόν Νοέμβριο τού 1946.
Η αποχώρηση τού Ευθυμίου από τό μοναστήρι καί η επανεγκατάστασή του στήν Αμπελακιώτισσα συνδυάζεται μέ τήν εγκατάσταση στό μοναστήρι τής Μαρίας Παπαδούλα-Γκολιά, πού έλαβε τό μοναχικό όνομα Μαριάνθη καί ηγουμένευσε μέχρι τόν θάνατό της τό 1960. Τό γεγονός αυτό ενέπνευσε τόν Γ. Αθάνα, ανέκαθεν φίλο τού μοναστηριού: «Τό μοναστήρι τό κάμαν γυναικείο κι Ηγουμένισσα έγινε η αδελφή Μαριάμ. Τήν «έκειρε» ο Δεσπότης κι όταν τό ράσο φόρεσε μέ σέβας τήν ατένισα: Τό ανάστημά της πιό ψηλό, πιό αχνό τό πρόσωπό της».
Τήν διαδέχθηκε η Παρθενία Τυροπάνη (+1998). Από τό έτος 2004 εγκαταστάθηκε νέα αδελφότητα μέ Ηγουμένη τήν μοναχή Ειρήνη Κραβαρίτου.

Το 1940 αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ως οικισμός με την ονομασία Μονή Τιμίου Προδρόμου και προσαρτάται στην κοινότητα Βομβοκούς, ενώ το 1961 καταργείται
Το 1971 ξανααναγνωρίζεται ως οικισμός Μονή Αγίου Ιωάννου και προσαρτάται στην κοινότητα Βομβοκούς. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης, μαζί με τον Άγιο Βασίλειο, τη Λεύκα Βομβοκού, τα Μάρμαρα και τη Βομβοκού συναποτελούν την Τοπική κοινότητα Βομβοκούς που ανήκει στη Δημοτική Ενότητα Ναυπάκτου.
Πηγές: nafpaktianews.gr














Επιπρόσθετα η μετα-βυζαντινή εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα προέρχεται από το χωριό Γαζωρός, στις Σέρρες. Αποτελείται από δυο ζωγραφικά στρώματα, στα οποία απεικονίζεται ο Άγιος Παντελεήμονας, και επιπλέον επιζωγραφίσεις. Το επάνω ζωγραφικό στρώμα παρουσιάζει μεγάλες φθορές, επιτρέποντας την παρατήρηση της κάτω Αγιογραφίας.



















Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.