Στην είσοδο του χωριού Σπήλαιο των Γρεβενών, ένα από τα παλαιότερα παραδοσιακά χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, που είναι κτισμένο σε υψόμετρο 960 μ., βρίσκεται η ιστορική μονή της Κοίμησης της Θεοτόκου.
Ιδρύθηκε το 1633, όταν αρχιεπίσκοπος ήταν ο Γαβριήλ από τη Μηλιά Μετσόβου και αρχικά υπαγόταν στην Αρχιεπισκοπή Αχριδών, ενώ μετά το 1767 περιήλθε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε όλη την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην παιδεία της περιοχής και συνέβαλε στους απελευθερωτικούς αγώνες των κατοίκων της. Το 1935 συγχωνεύθηκε με την Ιερά Μονή Ζάβορδας. Από το συγκρότημα της μονής σήμερα έχει σωθεί μόνο το καθολικό και το ισόγειο της μιας πτέρυγας των κελλιών.
Το καθολικό έχει όλα τα χαρακτηριστικά της μακεδονικής μεταβυζαντινής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική με τρούλο, Ιερό Βήμα με τρεις αψίδες στα ανατολικά, και νάρθηκα στα δυτικά. Στους δύο πλάγιους τοίχους σχηματίζονται μεγάλες κόγχες, οι οποίες ονομάζονται χοροί, διότι εκεί στέκονται οι χοροί των ψαλτών.
Σε μεταγενέστερη φάση προστέθηκε στα δυτικά ευρύχωρος εξωνάρθηκας και στη βορειοδυτική γωνία κωδωνοστάσιο. Οι τοίχοι του ναού στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι κτισμένοι με αργούς λίθους, ενώ με ιδιαίτερη επιμέλεια, από πελεκημένες πέτρες και σειρές από πλίνθους, είναι κτισμένες οι κόγχες και οι δύο τρούλοι, ο μεγαλύτερος κεντρικός και του νάρθηκα, όπου διαμορφώνονται αψιδώματα.
Στο εσωτερικό, ο ναός είναι κατάγραφος και ο διάκοσμός του ανήκει σε δύο φάσεις. Στην πρώτη, του 1650, χρονολογούνται οι τοιχογραφίες του κεντρικού τμήματος του κυρίως ναού, του τρούλου και των χορών, που είναι έργο των αγιογράφων Νικόλαου και Ιωάννη. Το υπόλοιπο τμήμα του ναού και τον νάρθηκα αγιογράφησαν το 1658 οι ζωγράφοι Μιχάλης από τη Ζέρμα Ηπείρου και Ηλίας από το Επταχώρι Καστοριάς. Οι τοιχογραφίες του εξωνάρθηκα είναι έργο του 1911 και έγιναν από τον ζωγράφο Γεώργιο Πιτένη από τη Σαμαρίνα. Αξιόλογα έργα ξυλογλυπτικής του 17ου αιώνα είναι το τέμπλο, η πόρτα και τα παράθυρα του ναού.
Στη δυτική πλαγιά του Ελικώνα, απέναντι από τον Παρνασσό, μετά το χωριό Στείρι, σε απόσταση περίπου 30 χλμ. από τη Λειβαδιά, είναι κτισμένη η ξακουστή μονή του Οσίου Λουκά, το μεγαλύτερο και καλύτερα διατηρημένο μοναστηριακό συγκρότημα των μεσοβυζαντινών χρόνων, που ξεχωρίζει για τη θαυμάσια αρχιτεκτονική του και τον εξαίρετο διάκοσμο από ψηφιδωτά, τοιχογραφίες και γλυπτά. Μαζί με τη Νέα Μονή Χίου και τη Μονή Δαφνίου, το μοναστήρι του Όσιου Λουκά περιλαμβάνεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO.
Η ίδρυση της μονής συνδέεται με την παρουσία του τοπικού οσίου Λουκά Στειριώτη, που μόνασε εδώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του, από το 946/7 έως το 953. Ήταν χαρισματικός, θαυματουργός και με προφητικές ικανότητες, μάλιστα είχε προφητεύσει την ανακατάληψη της αραβοκρατούμενης Κρήτης από τους Βυζαντινούς, που επιτεύχθηκε από τον Νικηφόρο Φωκά το 961. Διατηρούσε στενή σχέση με τους στρατηγούς του Θέματος της Ελλάδος, που είχε έδρα τη Θήβα, και ένας από αυτούς, ο Κρηνίτης, το 946, άρχισε να κτίζει στον χώρο την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, που σήμερα ταυτίζεται με την κρύπτη, πάνω στην οποία αργότερα κτίστηκε το καθολικό. Η ολοκλήρωση και ο διάκοσμός της πραγματοποιήθηκαν το 955, λίγο μετά τον θάνατο του οσίου, από τους μοναχούς, οι οποίοι επίσης μετέτρεψαν το κελί του σε σταυροειδές ευκτήριο και οργάνωσαν τη μοναστηριακή κοινότητα.
Μετά την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Βυζαντινούς, το 961, ανεγέρθηκε ο δεύτερος ναός, αφιερωμένος στην Παναγία, έργο πολυδάπανο και θριαμβικού χαρακτήρα, που αποδίδεται στον αυτοκράτορα Ρωμανό Β΄ και συνδέεται με την προφητεία του οσίου. Το καθολικό κτίστηκε επάνω από την κρύπτη στις αρχές του 11ου αιώνα και ολοκληρώθηκε επί ηγουμενίας Φιλοθέου, περίπου το έτος 1011, όταν έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του οσίου από τον αρχικό του τάφο, στο κελί του, στη σημερινή τους θέση.
Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, μετά το 1204, στο μοναστήρι εγκαταστάθηκαν Λατίνοι μοναχοί, ενώ στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας επανήλθε στην ορθόδοξη λατρεία και πραγματοποιήθηκαν επισκευές και επεκτάσεις των κτηρίων. Η μονή διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του 1821.
Οι δύο ενωμένες μεταξύ τους λαμπρές εκκλησίες δεσπόζουν στο κέντρο του μοναστηριακού συγκροτήματος. Η μικρότερη, στα βόρεια, αφιερωμένη στην Παναγία, χρονολογείται στον 10ο αιώνα και ανήκει στον τύπο του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο που στηρίζεται σε τέσσερις κίονες. Στη δυτική της πλευρά υπάρχει ευρύς δικιόνιος νάρθηκας, η λιτή, που για πρώτη φορά εμφανίζεται εδώ. Εντυπωσιακός είναι ο πλούσιος εξωτερικός κεραμοπλαστικός διάκοσμός της με τα κουφικά (γράμματα αραβικής γραφής), και ο μαρμάρινος τρούλος της. Στο εσωτερικό της, το μαρμάρινο τέμπλο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα της τέχνης του 10ου αιώνα, ενώ στο διακονικό διατηρούνται λίγες τοιχογραφίες του 12ου αιώνα.
Το καθολικό, η νότια, μεγαλύτερη εκκλησία, είναι διώροφο και ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του λεγόμενου «ηπειρωτικού» οκταγωνικού σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, που εφαρμόζεται για πρώτη φορά εδώ. Αποτελείται από τον κυρίως ναό, στον οποίο στα ανατολικά έχει προσαρτηθεί το τριμερές Ιερό Βήμα και στα δυτικά δύο νάρθηκες, από τους οποίους ο εξωνάρθηκας ήταν μεταγενέστερος, του 12ου αιώνα, αλλά κατεδαφίστηκε. Χαρακτηριστικό του αρχιτεκτονικού αυτού τύπου είναι ότι οι οκτώ πεσσοί (τετράπλευροι κίονες) που στηρίζουν τον τρούλο απωθούνται προς τα πλάγια δημιουργώντας ενιαίο χώρο στον κυρίως ναό. Στα πλάγια του κεντρικού τμήματος του ναού διαμορφώνονται παρεκκλήσια. Ο ψηφιδωτός διάκοσμος του ναού αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα σύνολα. Διατηρείται στο μεγαλύτερο μέρος του, εκτός από τον τρούλο που είχε καταστραφεί το 1593 και τα ψηφιδωτά του αντικαταστάθηκαν με τοιχογραφίες, πιθανώς του τέλους του 17ου αιώνα. Με τοιχογραφίες του 11ου αιώνα διακοσμούνται και τα παρεκκλήσια και η κρύπτη, ενώ η τοιχογραφία του Ιησού του Ναυή, που βρίσκεται δίπλα στον τάφο του οσίου, χρονολογείται στον 10ο αιώνα. Εντυπωσιακή είναι και η ορθομαρμάρωση που σώζεται στο κάτω μέρος των τοίχων. Στο σημείο όπου το καθολικό ενώνεται με τον δεύτερο ναό, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, υπάρχει το λείψανο του οσίου, που προσελκύει πλήθη προσκυνητών.
Το συγκρότημα περιλαμβάνει ακόμη πολλούς βοηθητικούς χώρους και κελιά, που ανάγονται σε διάφορες εποχές, και στην αναστηλωμένη τράπεζά του λειτουργεί μουσείο γλυπτών.
Η μονή είναι ανδρική και πανηγυρίζει στις 7 Φεβρουαρίου, ενώ εορτασμοί πραγματοποιούνται την Κυριακή των Προπατόρων και στις 15 Αυγούστου.
Με αφορμή την εκδήλωση που παρακολουθήσαμε στις 12/11/2017 στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού με την αρωγή του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων και κεντρικό ομιλητή τον Πανοσιολογιότατο Αρχιμανδίτης κ.Σπυρίδων Κατραμάδο, θα θέλαμε να δώσουμε συγχαρητήρια στην Περιφέρεια κεντρικής Μακεδονίας για την διοργάνωση και γενικότερα την προώθηση του θρησκευτικού τουρισμού ως δομικό και αναπόσπαστο κομμάτι της γενικότερης τουριστικής πολιτικής της Ελλάδος.
Με αφορμή λοιπόν τα παραπάνω σας παρουσιάζουμε την πορεία του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα.
Μια από τις πιο σημαντικές διαδρομές θρησκευτικού ενδιαφέροντος στην Ελλάδα είναι τα «Βήματα του Αποστόλου Παύλου». Ο Παύλος, παρότι δεν ανήκε στον στενό κύκλο των 12 μαθητών του Χριστού, αποτελεί μια σημαντική μορφή για τη Χριστιανική θρησκεία. Διέδωσε όσο κανείς άλλος το Χριστιανισμό και για το λόγο αυτό ονομάστηκε ισαπόστολος και «Απόστολος των Εθνών».
Στο πλαίσιο των ταξιδιών του για τη διάδοση του Χριστιανισμού, ο Απόστολος Παύλος επισκέφθηκε και την Ελλάδα, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο και διδάσκοντας το έργο του Ιησού. Το ταξίδι του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα είναι μια διαδρομή που συγκινεί σήμερα όχι μόνο τον ευσεβή πιστό, αλλά και όποιον αγαπά την ιστορία. Τα «Βήματα του Αποστόλου Παύλου» περνούν από όλα τα μέρη που δίδαξε ο Απόστολος και αποτελούν έναν ιδανικό συνδυασμό προσκυνήματος και περιήγησης σε μερικά από τα ομορφότερα μέρη της Ελλάδας.
Σταθμοί της πορείας του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα
Σαμοθράκη
Σύμφωνα με την παράδοση του νησιού, όταν ο Απόστολος Παύλος πέρασε από τη Σαμοθράκη, προσορμίσθηκε στο λιμάνι της Αρχαίας Πόλης, τη σημερινή Παλιάπολη. Σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού, οικοδομήθηκε αργότερα στο σημείο εκείνο τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική, στην κατασκευή της οποίας έχουν χρησιμοποιηθεί και κομμάτια από αρχιτεκτονικά μέλη κτιρίων της αρχαιότητας.
Καβάλα (Νεάπολη) Το όραμα που είδε ο Απόστολος Παύλος στον ύπνο του, ενώ βρισκόταν στην Τρωάδα έναν ψηλό, εντυπωσιακό Μακεδόνα να στέκεται μπροστά του και να τον παρακαλεί «διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν», αποτελεί καθοριστικό σημείο για την πορεία του από εκεί και μετά και εγκαινιάζει την τεράστια, υπέροχη και σωτηριώδη σχέση του με τους Έλληνες. Ήδη είχε ξεκινήσει τη δεύτερη περιοδεία του με σκοπό την στερέωση και την αύξηση των Εκκλησιών που είχαν ιδρυθεί.
Το χειμώνα του 49 ο Παύλος αποβιβάζεται για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό έδαφος, στη Νεάπολη μετά από ταξίδι με ούριο άνεμο που κράτησε δύο μέρες. Επτά περίπου χρόνια αργότερα, όταν θα βρεθεί στον ίδιο τόπο για δεύτερη φορά, θα χρειασθεί πέντε ημέρες για την ίδια απόσταση.
Ο Απόστολος Παύλος αποβιβάστηκε στην περιοχή του Αγίου Νικολάου και ακολουθώντας την Εγνατία Οδό κατευθύνθηκε αμέσως προς τους Φιλίππους και απέχει από τη Νεάπολη 12 χιλιόμετρα. Τον συνοδεύουν ο Σίλας, ο Τιμόθεος και ο γιατρός Λουκάς, ο Ευαγγελιστής και συγγραφέας των Πράξεων των Αποστόλων.
Φίλιπποι
Το Σάββατο, που πηγαίνει εκεί για πρώτη φορά ο Παύλος, έχουν συγκεντρωθεί γυναίκες. Αυτές ακούν πρώτες σε όλη την Ευρώπη τη διδασκαλία του. Ανάμεσά τους η Λυδία, μια ευσεβής γυναίκα που καταγόταν από τα Θυάτειρα της Μ.Ασίας, είναι η πρώτη που βαπτίζεται χριστιανή και βοηθάει αποφασιστικά στη διάδοση του Θείου Λόγου.
Στους Φιλίππους ο Παύλος και ο Σίλας κατηγορούνται ως πρόξενοι ανωμαλίας στην πόλη και ως φορείς απαγορευμένων για τους Ρωμαίους συνηθειών. Οι δύο άντρες ραβδίζονται και φυλακίζονται αλλά τρομερός σεισμός προκαλεί τη νύχτα πανικό. Οι πόρτες της φυλακής ανοίγουν και ο δεσμοφύλακας αποπειράται να αυτοκτονήσει. Εμποδίζεται από τους δύο Αποστόλους, πιστεύει στο Θεό, βαπτίζεται με όλη την οικογένειά του και τους φιλοξενεί σπίτι του.
Οι Απόστολοι διέρχονται από την κατοικία της Λυδίας, που τους φιλοξενούσε και αναχωρούν για τη Θεσσαλονίκη. Ο Απόστολος Παύλος θα διατηρήσει στενούς δεσμούς με τους Φιλιππησίους, που θα τον στηρίξουν πολλές φορές οικονομικά, ακόμη και όταν θα βρεθεί φυλακισμένος στη Ρώμη. Επτά χρόνια μετά τη πρώτη του επίσκεψη, θα βρεθεί στους Φιλίππους ξανά και θα πραγματοποιήσει άλλες τρεις επισκέψεις, τον Απρίλιο του 57, την άνοιξη του 63 και το χειμώνα του 64.
Αμφίπολη-Απολλωνία Παρά ότι ήταν σπουδαίες πόλεις της περιοχής, ο Απόστολος Παύλος πέρασε χωρίς να σταματήσει. Βιαζόταν να φτάσει στη Θεσσαλονίκη, όπου γνώριζε ότι υπήρχε συναγωγή.
Θεσσαλονίκη Όταν φθάνουν, προχωρημένο φθινόπωρο του σωτηρίου έτους 49, ο Απόστολος Παύλος και ο Σίλας στη Θεσσαλονίκη βρίσκουν μια πόλη τελείως διαφορετική από όσες είχαν συναντήσει ως εκείνη τη στιγμή. Ελεύθερη πόλη υπό τη ρωμαϊκή κυριαρχία από το 168 π.Χ.. Όπως μας πληροφορούν οι Πράξεις, υπήρχε στη πόλη και συναγωγή, κοντά στο λιμάνι. Εκεί πηγαίνει και ο Παύλος για τρία συνεχόμενα Σάββατα. Ακόμη, μαθαίνουμε ότι συζητεί με τους παρευρισκομένους και τους ερμηνεύει αποσπάσματα από την Αγία Γραφή, που αναφέρουν πως ο Χριστός έπρεπε να σταυρωθεί και να αναστηθεί εκ νεκρών. Μερικοί πίστεψαν και έγιναν μαθητές του Παύλου και του Σίλα. Από τους προσήλυτους Έλληνες πίστεψαν πάρα πολλοί καθώς και αρκετές γυναίκες, από εκείνες που διακρίνονταν στην κοινωνία της πόλης. Πόσοι ήταν αυτοί οι πρώτοι χριστιανοί δεν είναι γνωστό, σίγουρο είναι πάντως πως ιδρύεται Εκκλησία.
Στη Θεσσαλονίκη, όπως και στους Φιλίππους γρήγορα αρχίζουν να δημιουργούνται προβλήματα και να προκαλούνται ταραχές εξαιτίας της δραστηριότητας του Παύλου. Τη νύχτα ο Παύλος και ο Σίλας απομακρύνθηκαν από τη Θεσσαλονίκη.
Αυτά είναι γνωστά για την παραμονή του Αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με την υπάρχουσα παράδοση, φεύγοντας βιαστικά, κυνηγημένος από τους συμπατριώτες του, βγήκε από τα τείχη από κάποιο σημείο ψηλά, κάπου εκεί που αργότερα ιδρύθηκε η Μονή Βλατάδων, ίσως από κάποια μικρή πόρτα. Λίγο ανατολικότερα από τη θέση όπου σήμερα βρίσκεται η Μονή Βλατάδων, κελάρυζε μια πηγή. Εκεί λέγεται πως κοντοστάθηκε ο Παύλος για να δροσιστεί. Στην πηγή αυτή που έμεινε γνωστή ως «αγίασμα του Αποστόλου Παύλου», τιμούσαν τον Απόστολο κάθε χρόνο. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, κτίσθηκε σε αυτό το σημείο ναός στη μνήμη του και αναδείχθηκε το αγίασμα. Ένας σύγχρονος επιβλητικός ναός αποτελεί, στην εποχή μας, τεκμήριο της επίσκεψης του Αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη, της διδασκαλίας του και των καρπών που προέκυψαν από τη σπορά του.
Βέροια
Νύχτα έφυγαν φυγαδευμένοι από τους χριστιανούς για τη Βέροια ο Παύλος μαζί με τον Σίλα. Βάδισαν για ένα διάστημα στην Εγνατία Οδό και στο ύψος της Πέλλας ακολούθησαν διαφορετικό δρόμο, διασχίζοντας μια κατάφυτη, εύφορη και πανέμορφη περιοχή.
Η Βέροια ήταν πολυάνθρωπη και υπήρχε εκεί ακμαία ιουδαϊκή συναγωγή. Μόλις έφθασαν ο Παύλος και ο Σίλας κατευθύνθηκαν στη συναγωγή. Αναφέρεται επίσης πως οι Ιουδαίοι της Βέροιας ήταν πιο ευγενικοί από εκείνους της Θεσσαλονίκης και με ενδιαφέρον άκουγαν τη διδασκαλία του Ευαγγελίου από τον Παύλο. Ανάμεσα στους ακροατές ήταν πρόσωπα που άνηκαν σε εύπορες τάξεις, Εβραίοι και προσήλυτοι και μεγάλος αριθμός γυναικών.
Σύντομα, όμως έφθασαν στη Θεσσαλονίκη ειδήσεις για τη δραστηριότητα του Παύλου. Οι εκεί εχθροί του έστειλαν ανθρώπους να δημιουργήσουν ταραχές. Αμέσως, οι σύντροφοι του τον οδήγησαν μακριά και από τη Βέροια. Ωστόσο, ο Τιμόθεος και ο Σίλας παρέμειναν. Σε αντίδωρο, η Βέροια χάρισε στον Απόστολο των Εθνών έναν συνεργάτη, τον γιο του Πύρρου Σώπατρο, που αργότερα τον συνόδευσε για πολύ, μετά την επιστροφή του στην Ασία.
Το σημείο, όπου υποτίθεται ότι στάθηκε ο Παύλος και κήρυξε το Ευαγγέλιο προς τους Βεροιείς, το λεγόμενο «Βήμα του Αποστόλου Παύλου», έχει διαμορφωθεί επιβλητικά στις ημέρες μας. Από το 1995 έχει καθιερωθεί σειρά λατρευτικών πολιτιστικών, αθλητικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων με τον τίτλο «Παύλεια», που κορυφώνονται κάθε φορά με επιστημονικό συνέδριο.
Αθήνα
Ο Απόστολος Παύλος πήγε στην Αθήνα από τη Βέροια το έτος 51 με πλοίο. Η Αθήνα διέφερε τελείως από τη λαμπρή πόλη των κλασικών χρόνων. Τα έργα τέχνης λαφυραγωγούνταν συστηματικά, η ρωμαϊκή κατάκτηση ερήμωνε την πόλη της Παλλάδος και η κατάπτωση των ηθικών αξιών άρχιζε να γίνεται αισθητή.
Το πλοίο που έφερε τον Απόστολο προσορμίσθηκε στο Φάληρο. Εκεί βρισκόταν το κύριο λιμάνι των Αθηνών την εποχή εκείνη, αλλά και παλαιότερα. Η θέση του λιμανιού προσδιορίζεται στο χώρο ανάμεσα στις εκβολές του Κηφισού και το μικρό ναό του Αγίου Γεωργίου. Πιστεύεται ότι βρίσκεται στη θέση της αποβάθρας του αρχαίου Φαλήρου και ο χώρος γύρω από αυτό πρόκειται να αναδειχθεί και να αξιοποιηθεί. Από εκεί άρχιζε η οδός που έφερνε στην Αθήνα. Αυτήν ακολούθησε και ο Παύλος μετά την αποβίβαση του από το πλοίο.
Αναμένοντας την άφιξη του Σίλα και του Τιμόθεου από τη Μακεδονία, περιδιάβαινε στην πόλη, συζητούσε με τους πολίτες στη συναγωγή, στην αγορά, αναστατωνόταν από τη πληθώρα των ειδώλων. Αντίστοιχα η διδασκαλία του για τον σταυρικό θάνατο του Ιησού και την ανάστασή του κατέπλησσε μερικούς επικουρείους και στωικούς φιλοσόφους, που τον χαρακτήριζαν «σπερμολόγο».
Δεν καταδιώχθηκε από την Αθήνα για τη διδασκαλία του. Αντίθετα οδηγήθηκε στον Άρειο Πάγο για να αναφερθεί επίσημα και αναλυτικά στη διδαχή του.
Σχετικά με το σημείο από το οποίο μίλησε ο Απόστολος Παύλος προς τους Αθηναίους διατυπώθηκε και η άποψη ότι ανέπτυξε τη διδασκαλία του στο Σώμα του Αρείου Πάγου, με βάση το γεγονός ότι ένα από τα μέλη του, ο Διονύσιος ο Αεροπαγίτης, αποσπάσθηκε τη διδασκαλία του.
Άρειος Πάγος ονομαζόταν ο λόφος στα Δ. της Ακρόπολης των Αθηνών.
Ναός του Αποστόλου Παύλου θεμελιώθηκε το 1887 πολύ κοντά στο κέντρο της Αθήνας. Δύο χρόνια αργότερα, η βασίλισσα Όλγα έθεσε το θεμέλιο λίθο νέου, μεγαλύτερου, επί Μητροπολίτη Αθηνών Προκόπιου, δημάρχου Λάμπρου Καλλιφρονά και με αρχιτέκτονες τους Τρομπύς και Σούλτσε. Το 1923 θεσπίσθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο να τελείται ο Εσπερινός της εορτής του Αποστόλου Παύλου, πάνω στον Άρειο Πάγο.
Κόρινθος
Δεν είναι γνωστό πως μετέβη στην Κόρινθο ο Παύλος. Σίγουρο είναι πως έφευγε προβληματισμένος από την αντιμετώπιση της διδασκαλίας του εκ μέρους των Αθηναίων αλλά και για την κατάσταση στις Εκκλησίες της Μακεδονίας. Ήδη, ενώ ο Παύλος έφευγε από την Αθήνα, ο Τιμόθεος κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλονίκη.
Στην Κόρινθο, ο Παύλος συνδέθηκε με τον Ακύλα και την Πρισκίλλα, που ήταν και αυτοί, όπως και εκείνος, σκηνοποιοί και φαίνεται πως κάτι γνώριζαν ήδη για τον Ιησού. Έμενε και εργαζόταν μαζί τους και κάθε Σάββατο δίδασκε τους Ιουδαίους και τους Έλληνες. Οι Ιουδαίοι στην πλειονότητά τους δεν πείθονταν ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας και κάποια στιγμή ο Παύλος τίναξε σκόνη από τα ρούχα του και πήγε να μείνει στο σπίτι του Τίτιου Ιούστου, που ήταν προσήλυτος και έμενε κοντά στη συναγωγή. Ανάμεσα σε αυτούς που πίστεψαν ήταν και ο αρχισυναγωγός Κρίσπος, που βαπτίστηκε με όλη την οικογένειά του.
Οι Πράξεις των Αποστόλων μας πληροφορούν ότι, κάποια στιγμή, οι Ιουδαίοι της Κορίνθου συνασπίσθηκαν εναντίον του Παύλου και άφησαν αχαλίνωτο το πάθος τους. Τον έσυραν στο δικαστήριο κατηγορώντας τον ότι προσπαθεί παράνομα να πείσει ανθρώπους να ακολουθήσουν τη διδασκαλία του. Η καταγγελία των Ιουδαίων όμως δεν είχε αποτέλεσμα γιατί το πρόβλημα του Παύλου ήταν η εχθρότητα των συμπατριωτών του και όχι των ειδωλολατρών.
Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο Απόστολος Παύλος αποφασίζει να εγκαταλείψει την Κόρινθο. Έπρεπε να σπεύσει στην Έφεσο. Αποχαιρέτησε τους εκεί αδερφούς και με συνοδεία τον Σίλα, τον Τιμόθεο, τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα αναχώρησε.
Ο Απόστολος Παύλος είναι πολιούχος της Κορίνθου και προς τιμή του έχει οικοδομηθεί περίλαμπρος ναός.
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.